Διορθόδοξες Σχέσεις, Εκκλησιολογία, Θρησκεία και σύγκρουση

Πρέπει οι Ορθόδοξοι Χριστιανοί να αφήσουν τον Πατριάρχη Κύριλλο στην κρίση του Καίσαρα; Απάντηση στον π. Ιωάννη Χρυσαυγή

Δημοσιεύθηκε στις: 31 Μαΐου, 2024
23 views
Αξιολόγηση αναγνωστών:
0
(0)
Reading Time: 6 minutes
Διαθέσιμο επίσης στα: English | Русский

Το πρόσφατο άρθρο του σεβαστού φίλου και δασκάλου μου π. Ιωάννη Χρυσαυγή αναμφίβολα προκάλεσε ζωηρές αντιπαραθέσεις, γι’ αυτό ως Ουκρανή θα ήθελα να απαντήσω διευκρινίζοντας ορισμένα ζητήματα. Εδώ θα ήθελα να τονίσω ότι η κριτική που θα ασκήσω δεν μειώνει καθόλου την εκτίμησή μου προς τον π. Ιωάννη. Τα πιο σημαντικά σημεία που αναφέρει ο ίδιος είναι τα εξής: (1) Η Εκκλησία και ο κόσμος δεν αποτελούν ξεχωριστές πραγματικότητας, διότι οι χριστιανοί αποτελούν αναπόσπαστο μέρος της ευρύτερης κοινωνίας· (2) επομένως καθήκον της Εκκλησίας (και όχι μόνο του «κόσμου») είναι να καταδικάσει ανοιχτά τον Κύριλλο ως εγκληματία και συνυπεύθυνο για τις κοινωνικές αδικίες που προκαλεί ο πόλεμος (3) μια παρόμοια καταδίκη θα πρέπει να έχει συνέπειες τόσο για την εκκλησία όσο και για την κοινωνία, εν αντιθέσει με την καταδίκη του ως «αιρετικού», η οποία θα παρέμενε εσωτερικό εκκλησιαστικό ζήτημα με ελάχιστη σημασία για τον ευρύτερο κόσμο (4) η κατάσταση των πραγμάτων στην Ορθοδοξία είναι τέτοια που οι διεστραμμένες αξίες και συμπεριφορές του Κυρίλλου μπορούν να εντοπιστούν και σε άλλους Ορθόδοξους ηγέτες. Δυστυχώς η Ορθοδοξία μας αναπαράγει τέτοιου είδους άτομα και γι’ αυτό το λόγο άλλοι Ορθόδοξοι προκαθήμενοι– με εξαίρεση τον Βαρθολομαίο– δεν είναι σε θέση να αντιμετωπίσουν τον Ρώσο εγκληματία πατριάρχη. Το τελευταίο σημείο είναι αυτό που υπονοεί και ο τίτλος του άρθρου του π. Ιωάννη.  Ουσιαστικά αυτό που υποστηρίζει είναι ότι ακόμα κι αν τα μέλη της Συνόδου μιας Ορθόδοξης εκκλησίας ή μιας Σύναξης Προκαθημένων τοπικών Ορθόδοξων εκκλησιών ή ακόμη και μία Πανορθόδοξη Σύνοδος καταδικάσουν τον Κύριλλο ως αιρετικό («ρίχνοντας του τον λίθο της αίρεσης»), δίχως όμως να αποδοκιμάσουν και τις «βυζαντινές» αυτοκρατορικές φιλοδοξίες των υπόλοιπων Ορθόδοξων εκκλησιών, ο Κύριλλος θα γίνει απλά ένας αποδιοπομπαίος τράγος, ενώ το βαθύτερο πρόβλημα θα παραμείνει στην Εκκλησία. Το άρθρο κλείνει με μια θλιβερή και κάπως ειρωνική παρατήρηση ότι το εν λόγω ζήτημα θα πρέπει, ίσως, «να αφεθεί στους επισκόπους», οι οποίοι δεν μπορούν να κάνουν τίποτε άλλο από το να προσεύχονται για τον Κύριλλο, βλέποντας στον ίδιο τον εαυτό τους «ὥσπερ ἐν ἐσόπτρῳ». Πράγματι, αυτό που λέει ο π. Ιωάννης είναι ότι ο εγκληματίας και ασεβής πατριάρχης, ο οποίος είναι ειδεχθέστερος ενός αιρετικού, εφόσον δεν πιστεύει καθόλου στο Θεό, θα πρέπει να καταδικαστεί από έναν «Καίσαρα», διότι η παραλυμένη εκκλησία των «υποτακτικών» του Κυρίλλου είναι εντελώς ανίκανη να αντιμετωπίσει το πρόβλημα. Γενικά εκλαμβάνω το κείμενο του π. Ιωάννη ως έκφραση του πένθους του για τη σημερινή εκκλησιαστική μας πραγματικότητα και ως μια προσπάθεια να φέρει το ζήτημα στην επιφάνεια. 

Αν και συμμερίζομαι τις ανησυχίες του π. Ιωάννη και εκτιμώ τις προθέσεις του, πρέπει να παραδεχτώ ότι οι τελευταίες του επισημάνσεις είναι ασαφείς και γι’ αυτό θα ήθελα να τις σχολιάσω. Πρώτον, αυτό που υπονοείται είναι ότι επειδή σχεδόν όλοι είναι σαν τον Κύριλλο, δεν μπορεί και δεν πρέπει να υπάρξει κάποια αντίδραση απ’ το σώμα των πιστών, παρά μόνο προσευχή.  Δεύτερον, φαίνεται ότι  η μνημόνευση ενός εγκληματία πολέμου που τυγχάνει να είναι πατριάρχης εν καιρώ πολέμου εντάσσεται παραδόξως στην ευσεβή παράδοση του Οικουμενικού Πατριαρχείου, για την οποία ο Κύριλλος θα πρέπει να αισθάνεται ευγνώμων.  Και τέλος, δίνεται η εντύπωση ότι οι θεολόγοι, που αναλύουν με σοβαρότητα και επικρίνουν τις θεολογικές δηλώσεις του Κυρίλλου ως αιρετικές, ανήκουν στην ίδια κατηγορία με τους επισκόπους, οι οποίοι θα πρέπει να απέχουν από το να τον κατηγορούν για αίρεση, επειδή στην ουσία είναι ένας απ’ αυτούς. Δεν πιστεύω ότι ο π. Ιωάννης το εννοεί πραγματικά αυτό, αλλά νομίζω ότι δεν έχουμε την πολυτέλεια για ασάφειες εν μέσω του πολέμου.

Η αναγνώριση του γεγονότος ότι δεν είναι ο μόνος με αυτήν τη νοοτροπία, δεν πρέπει με υπό κανένα πρόσχημα να σχετικοποιεί την πραγματική ευθύνη που ο ίδιος φέρει. Παρόλο που οι πάντες είμαστε αμαρτωλοί και συχνά σκεφτόμαστε με «αιρετικό» τρόπο, υφίσταται διαφορά μεταξύ σκέψεων, λόγων και πράξεων. Η εν λόγω διάσταση ανάμεσα σε εκκλησιαστικούς ηγέτες και μέλη της εκκλησίας που απλώς διαπνέονται από νέο-ιμπεριαλιστικές ιδέες και σε κάποιον που ευλογεί τις δολοφονίες εκατοντάδων χιλιάδων ανθρώπων στην Ουκρανία είναι τεράστια. Επιπλέον, η «διαφορά ως προς τον βαθμό» ενός εγκλήματος ή μιας αμαρτίας είναι σημαντική σε κάθε σύστημα δικαιοσύνης, είτε κοσμικό είτε εκκλησιαστικό, όσον αφορά την αντίστοιχη ποινή για το έγκλημα ή την αμαρτία. Για παράδειγμα, ακόμη και το «να βλέπει κάποιος μια γυναίκα με πόθο» εξομοιώνεται από τον Κύριό μας με τη μοιχεία, κανείς δεν θα καθαιρούσε έναν ιερέα γι’ αυτόν τον λόγο, ενώ αν έπραττε μοιχεία η κατάσταση ασφαλώς και θα ήταν διαφορετική. Αναφορικά με την αμαρτία του «νέο-ιμπεριαλισμού», διαφωνώ με τον π. Ιωάννη Χρυσαυγή ότι η Ουκρανία βρίσκεται στον κατάλογο των ορθόδοξων εθνών που έχουν μολυνθεί από τη «μεγάλη ιδέα», παρόλο που γνωρίζω ότι υφίστανται πολλά προβλήματα στην ουκρανική Ορθοδοξία. Για ιστορικούς λόγους και εξαιτίας του πολυθρησκευτικού και πολυεθνοτικού πλαισίου της Ουκρανίας, η ιδέα μιας «μεγάλης ορθόδοξης Ουκρανίας» που εκτείνεται στα εδάφη άλλων χωρών δεν υπήρξε ποτέ και σίγουρα ΔΕΝ ισχύει τώρα, όταν το Ουκρανικό έθνος αμύνεται για να επιβιώσει από τη γενοκτονία.

Η αναφορά στην αμαρτωλότητα όλων των Ορθοδόξων ως πιθανή δικαιολογία για αδράνεια στην Εκκλησία–εκτός από την προσευχή– μου φαίνεται επίσης προβληματική. Ο π. Ιωάννης ήταν η κινητήριος δύναμη που οδήγησε στη σύνταξη του κειμένου «Ὑπέρ τῆς τοῦ κόσμου ζωῆς: Τὸ κοινωνικὸ ἦθος τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας», το οποίο είχα την τιμή να μεταφράσω στα ουκρανικά και στα ρωσικά. Η πιο εμπνευσμένη πτυχή και διαφορά του εν λόγω κειμένου από το αντίστοιχο κείμενο της Ρωσικής ορθόδοξης εκκλησίας «Βάσεις της Κοινωνικής Διδασκαλίας» (το οποίο απορρίπτει τη δυνατότητα οικοδόμησης της κοινωνικής διδασκαλίας με βάσει το ανθρώπινο πρόσωπο λόγω της προδιάθεσης του ανθρώπου στην αμαρτία) είναι το γεγονός ότι οι συντάκτες του, πιστεύουν πως οι άνθρωποι μπορούν να δράσουν θετικά στον κόσμο, παρά την αμαρτωλότητά τους: «Καθ’ ὁδόν προς την κοινωνία με τον Θεό, ἡ ἀμνθρωπότητα δέν καλεῖται ἁπλά νά ἀποδεχθεῖ τόν παρόντα κόσμο, ἀλλά νά τόν καθαγιάσει, νά τόν ἐξυψώσει καί νά τόν μεταμορφώσει, ἔτσι ὥστε νά ἀποκαλυφθεῖ ἡ ἐγγενής ἀγαθότητά του, ἀκόμη καί στό μέσο τῆς πτωτικῆς του κατάστασης.»

Το γεγονός ότι όλοι ανεξαιρέτως είμαστε αμαρτωλοί–κληρικοί και λαϊκοί, πατριάρχες και μοναχοί, άνδρες και γυναίκες– δεν αναιρεί την ευθύνη μας, ως χριστιανοί, όχι μόνο να προσευχόμαστε για όσους αμαρτάνουν, αλλά και να αντιμετωπίζουμε τις ατομικές και δομικές αδικίες στην εκκλησία μέσω των πράξεών μας, εντός της ίδιας της εκκλησίας. Ο Χριστός, εν τέλει, δεν παρέμεινε σιωπηλός ενώπιον των Φαρισαίων, δεν τους άφησε στη κρίση του Καίσαρα. Τους επέκρινε ανοιχτά πριν την Σταύρωση τόσο για τους τρόπους όσο και για την κακία των διδασκαλιών τους σε σύγκριση με τον νόμο του Θεού.

Σχολιάζοντας τον τρόπο με τον οποίο οι Ορθόδοξοι Χριστιανοί πρέπει να αντιμετωπίζουν τους δράστες εγκλημάτων κατά παιδιών (και κατά τη γνώμη μου τα θύματα του πολέμου στην Ουκρανία εμπίπτουν σ’ αυτήν την κατηγορία), το κείμενο Ὑπὲρ τῆς τοῦ κόσμου ζωῆς αναφέρει τα εξής: «»Οὔτε θα πρέπει ποτέ κάποιος ἱερέας νά δώσει ἄφεση ἀμαρτιῶν σέ ἐκείνον πού τέλεσε ἕνα τέτοιο ἔγκλημα, μέχριος ὅτου ὁ ἴδιος παραδοθεῖ προκειμένου νά δικαστεῖ.». Σύμφωνα με τους συντάκτες του κειμένου, η εκκλησία δεν θα πρέπει να χορηγήσει άφεση αμαρτιών και να επιτρέψει την μετάληψη σε έναν αμαρτωλό που έχει διαπράξει έγκλημα κατά ενός παιδιού.  Είναι σαν να υποθέσουμε πως ο Ιούδας δεν αυτοκτόνησε και δεν μετανόησε, αλλά επέστρεψε στους Αποστόλους και αυτοί αποφάσισαν να τον διορίσουν επίσκοπο στη μεγαλύτερη χριστιανική μητρόπολη…

Ο π. Ιωάννης σωστά επισημαίνει ότι «ως Ορθόδοξες εκκλησίες και Ορθόδοξοι χριστιανοί, καλούμαστε να πράξουμε κάτι περισσότερο από το να καταδικάσουμε ή να απέχουμε από τη μνημόνευση ενός επαίσχυντου ηγέτη [δηλ. τον Κύριλλο»· το πρόβλημα, ωστόσο, είναι ότι δεν έχει καταδικαστεί αλλά εξακολουθεί να μνημονεύεται στην Εκκλησία. Για το λόγο αυτό, η λέξη «περισσότερο» ακούγεται εδώ πιο πολύ σαν «αντί», ακόμη κι αν ο π. Ιωάννης δεν το εννοούσε κατ’ αυτόν τον τρόπο και αισθάνεται ότι αυτό είναι πολύ δύσκολο να γίνει αποδεκτό στην Ουκρανία.

Καταλαβαίνω ότι το Οικουμενικό Πατριαρχείο, στο οποίο ανήκει και εκπροσωπεί ο π. Ιωάννης, καθώς και ο επικεφαλής του, ο Πατριάρχης Βαρθολομαίος– ο οποίος, μόνος απ’ όλους τους άλλους Ορθόδοξους προκαθημένους, συνεχίζει να καταδικάζει τον Κύριλλο στα κηρύγματα και στις δημόσιες ομιλίες του– πιθανότατα αισθάνεται ανήμπορος να κάνει κάτι περισσότερο χωρίς τη συμμετοχή άλλων ορθόδοξων ιεραρχών που προτιμούν να αφήσουν τα πράγματα ως έχουν. Κατά τη γνώμη μου, ωστόσο, αυτό δεν πρέπει να οδηγήσει στο συμπέρασμα ότι εμείς ως Ορθόδοξοι Χριστιανοί μπορούμε μόνο να προσευχόμαστε (κάτι που είναι επίσης σημαντικό) και να περιμένουμε την αντίδραση του Καίσαρα αναφορικά με τα εγκλήματα του Πατριάρχη χωρίς να πράξουμε κάτι ως Εκκλησία. Αντιθέτως, πιστεύω ότι πρέπει να τονίσουμε ότι οι πράξεις και το κήρυγμα του Κυρίλλου σφάλλουν και απέχουν από τη χριστιανική διδασκαλία– κάτι που έχει ήδη γίνει από την Αδελφή Βάσα Λάριν, τον δρ. Σέργιο Σουμίλο, τον αιδ. Καθηγητή Μπράντον Γκάλαχερ, τον αιδ. Δρ. Κύριλλο Γοβορούν και άλλους θεολόγους, σε μερικούς από τους οποίους αναφέρεται ο π. Ιωάννης στην αρχή του άρθρου του.  Δυστυχώς, αυτά δεν είναι καθόλου αυτονόητα για πάρα πολλούς χριστιανούς παγκοσμίως, αν και συμφωνώ απόλυτα με το σημείο ότι μαζί με την κοινωνία, η Εκκλησία πρέπει να τον καταδικάσει ως εγκληματία πολέμου. Κι αν άλλοι εκκλησιαστικοί ηγέτες μοιράζονται ως ένα βαθμό τη νοοτροπία του, αν πράγματι η Ορθοδοξία εκτρέφει τέτοιους «μικρούς Κύριλλους» τότε η παραπάνω προσπάθεια πρέπει να ενισχυθεί ακόμη περισσότερο. Εμείς πάντως που είμαστε από την Ουκρανία δεν μπορούμε να σιωπήσουμε.

Print Friendly, PDF & Email

As you’ve reached the conclusion of the article, we have a humble request. The preparation and publication of this article were made possible, in part, by the support of our readers. Even the smallest monthly donation contributes to empowering our editorial team to produce valuable content. Your support is truly significant to us. If you appreciate our work, consider making a donation – every contribution matters. Thank you for being a vital part of our community.

To ιστολόγιο Δημόσια Ορθοδοξία (Public Orthodoxy) επιδιώκει να προωθήσει συζήτηση και συνδιάλεξη, παρέχοντας ένα φόρουμ για διαφορετικές απόψεις σε σχέση με σύγχρονα ζητήματα που αφορούν τον Ορθόδοξο Χριστιανισμό. Οι απόψεις που εκφράζονται σ’ αυτό το άρθρο είναι αποκλειστικά του συγγραφέως και δεν αντιπροσωπεύουν τις απόψεις των εκδοτών,των μεταφραστών, ή του Κέντρου Ορθοδόξων Χριστιανικών Σπουδών.

Σχετικά με τον συγγραφέα

  • Λυδία Λόζοβα

    Λυδία Λόζοβα

    Ερευνήτρια της Βρετανικής Ακαδημίας στο Τμήμα Θεολογίας και Θρησκείας, Πανεπιστήμιο του Έξετερ

    Η Λίντια Λόζοβα (Lidya Lozova) υποστήριξε τη διδακτορική της διατριβή στην Ιστορία και Θεωρία του Πολιτισμού/Ιστορία της Τέχνης στο Ινστιτούτο Έρευνας Μοντέρνας Τέχνης της Εθνικής Ακαδημίας Τεχνών της Ουκρανίας το 2015 στο Κίεβο. Η διατριβή της έχει ως θέμα τη θεολογική διάσταση της Σχολής Αβανγκάρν...

    Διαβάστε το πλήρες βιογραφικό του συγγραφέα και δείτε τα υπόλοιπα άρθρα του.

Have something on your mind?

Thanks for reading this article! If you feel that you ready to join the discussion, we welcome high-caliber unsolicited submissions. Essays may cover any topic relevant to our credo – Bridging the Ecclesial, the Academic, and the Political. Follow the link below to check our guidlines and submit your essay.

Proceed to submission page

Αξιολογήστε αυτήν τη δημοσίευση

Σας φάνηκε ενδιαφέρον αυτό το άρθρο;

Κάντε κλικ στα αστεράκια για να το αξιολογήσετε!

Average rating 0 / 5. Vote count: 0

Γίνετε ο πρώτος/η που θα αξιολογήσει αυτό το άρθρο.

Μοιραστείτε αυτήν την δημοσίευση

Αποποίηση ευθυνών

Public Orthodoxy seeks to promote conversation by providing a forum for diverse perspectives on contemporary issues related to Orthodox Christianity. The positions expressed in the articles on this website are solely the author’s and do not necessarily represent the views of the editors or the Orthodox Christian Studies Center.

Σχετικά με το έργο

Μια Δημοσίευση του Κέντρου Ορθόδοξων Χριστιανικών Σπουδών του Πανεπιστημίου
Φόρντχαμ