Εγγραφα, Θρησκεία και σύγκρουση

Ανοιχτή Επιστολή: Ο Πόλεμος στην Ουκρανία και η Ρωσική Ορθόδοξη Εκκλησία

Δημοσιεύθηκε στις: 20 Φεβρουαρίου, 2024
251 views
Αξιολόγηση αναγνωστών:
5
(1)
Reading Time: 10 minutes
Διαθέσιμο επίσης στα: English | Русский

Προς:
Την ΑΘΠ τον Αρχιεπίσκοπο Κωνσταντινουπόλεως και Νέας Ρώμης, Οικουμενικό Πατριάρχη κ. κ. Βαρθολομαίο
τον Αγιώτατο Πάπα Ρώμης κ. Φραγκίσκο
τον Μακαριώτατο Καθολικό Πατριάρχη Απάντων των Αρμενίων
τον Μακαριώτατο Αρχιεπίσκοπο Καντουαρίας Προκαθήμενο της Εκκλησίας της Αγγλίας και της Αγγλικανικής Κοινωνίας, Ιουστίνο Γουέλμπι,
τον Αιδεσιμότατο Δρ. Πάντι Φίλιμπας Μούσα, Αρχιεπίσκοπο της Λουθηρανικής Εκκλησίας της Νιγηρίας και Πρόεδρο της Παγκόσμιας Λουθηρανικής Ομοσπονδίας
την κ. Najla Kassab Abousawan, Πρόεδρο της Παγκόσμιας Κοινωνίας των Μεταρρυθμισμένων Εκκλησιών (WCRC)
τον Αιδεσιμότατο Δρ. Jerry Pillay, Γενικό Γραμματέα του Παγκοσμίου Συμβουλίου Εκκλησιών

Απευθυνόμαστε στις Εξοχότητές Σας, τους ηγέτες των μεγάλων χριστιανικών εκκλησιών και ομολογιών και Σας εκλιπαρούμε να λύσετε τη σιωπή σας. Σας παρακαλούμε να ενδιαφερθείτε δημοσίως για τα τέσσερα παρακάτω κρίσιμα ζητήματα που αντιμετωπίζουν πάντες οι χριστιανοί λόγω των μεγάλης κλίμακας στρατιωτικών συγκρούσεων ανά τον κόσμο.

  • Εκμετάλλευση της θρησκείας για τη δικαιολόγηση της βίας
  • Κοινωνική αδικία
  • Θρησκευτικός εθνικισμός
  • Κατάφωρα ψεύδη που κηρύττονται από τους άμβωνες των εκκλησιών.

Τα παραπάνω επείγοντα ζητήματα καθίστανται κρισιμότερα στο πλαίσιο της ρωσικής επίθεσης στην Ουκρανία. Εξαρχής, η εν λόγω σύγκρουση έλαβε έναν ιδιαίτερο χαρακτήρα, καθώς η Ρωσία αποτελεί ένα έθνος που αυτοπροσδιορίζεται κυρίως ως Ορθόδοξο, ενώ ταυτόχρονα, εισέβαλε απρόκλητα στην Ουκρανία, ένα επίσης Ορθόδοξο χριστιανικό έθνος. Κατά ειρωνικό τρόπο, οι πολίτες αμφότερων των χωρών ανήκαν μέχρι πρόσφατα στην ίδια Ορθόδοξη Εκκλησία.

Δεν πρόκειται να ασχοληθούμε με την προπαγάνδα που παρουσιάζει την εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία ως πόλεμο εναντίον της Δύσης. Παρόμοιες δηλώσεις εξυπηρετούν τις απόψεις  ορισμένων πολιτικών αναλυτών, ωστόσο, απλουστεύουν υπερβολικά την περίπλοκη πραγματικότητα. Η εν λόγω υπεραπλούστευση καθίσταται εμφανής όταν κάποιος εξετάζει την πρώτη γραμμή του μετώπου πέρα από οποιεσδήποτε γεωπολιτικές αναλύσεις και εστιάζει στην ανθρώπινη πλευρά του ζητήματος, εκεί ακριβώς όπου Ουκρανοί και Ρώσοι στρατιώτες θυσιάζουν τις ζωές τους.

Η ρωσική επιθετικότητα είχε ως αποτέλεσμα Ορθόδοξοι χριστιανοί να βρεθούν αντιμέτωποι με  τους Ορθόδοξους γείτονές τους, διέλυσε οικογένειες και διατάραξε την ειρηνική ζωή δεκάδων εκατομμυρίων ανθρώπων και στις δύο χώρες. Πολλοί έχασαν μέλη της οικογένειάς τους και φίλους, άλλοι εγκατέλειψαν τη χώρα τους ως πρόσφυγες ή εκτοπίστηκαν στο εσωτερικό της, ενώ πολλοί τραυματίστηκαν σοβαρά, όχι μόνο σωματικά, αλλά ψυχολογικά και πνευματικά.

Οι χριστιανοί ανά τον κόσμο δεν έμειναν αδρανείς. Αντίθετα, έσπευσαν να συνδεθούν με εκατομμύρια ανθρώπους, όχι απαραίτητα χριστιανούς, οι οποίοι, όμως, αναγνωρίζουν την αξία και την ιερότητα της ανθρώπινης ζωής, καθώς και τον σεβασμό προς κάθε ανθρώπινη ύπαρξη. Αυτοί οι απλοί πιστοί επέλεξαν ελεύθερα να σταθούν αλληλέγγυοι με τα θύματα του πολέμου. Επιπλέον, κοινότητες και οργανώσεις ανά τον κόσμο, μεταξύ αυτών και εκείνες που βασίζονται στις χριστιανικές παραδόσεις, συνεχίζουν να φροντίζουν και να συνδράμουν στην αντιμετώπιση όλων αυτών των προκλήσεων.

Σήμερα, είναι ζωτικής σημασίας για όλους τους Χριστιανούς να αναλάβουν ένα επιπλέον σημαντικό καθήκον: να αντιμετωπίσουν επίμαχα ερωτήματα που αφορούν την ανθρώπινη αξιοπρέπεια και την ευθύνη για τη διαφύλαξη της ζωής και τη διαχείριση της δημιουργίας. Η εξέταση αυτών των θεμάτων περιλαμβάνει αναλύσεις σχετικά με τη νομιμότητα και τη δικαιολόγηση της χρήσης βίας, το δικαίωμα στην αυτοάμυνα και τη συμμετοχή στη μάχη ενάντια στο κακό, ειδικά όταν όλα παραπάνω αξιολογούνται υπό το φως του Ευαγγελίου. Η διεξαγωγή του πολέμου στο κατώφλι μας, υποχρεώνει όλους μας να ανταποκριθούμε σ’ αυτές τις προκλήσεις.

Η Ρωσική Ορθόδοξη Εκκλησία και η επίθεση της Ρωσίας κατά της Ουκρανίας

Η κοινή μας ανησυχία και η έκκλησή μας προς Εσάς συνδέονται κυρίως με τη στάση της Ρωσικής Ορθόδοξης Εκκλησίας. Ο Πατριάρχης Κύριλλος έχει εκφράσει την πλήρη υποστήριξή του στην επίθεση της Ρωσίας, διασφαλίζοντας ότι η Εκκλησία συντάσσεται με τους στόχους του Ρωσικού στρατού στην Ουκρανία. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, επιδεικνύει απόλυτη έλλειψη ενδιαφέροντος για την ειρήνη και τη συμπόνια. Παρά την άμεση υποστήριξη του εθνικιστικού μιλιταρισμού, η Ρωσική Ορθόδοξη Εκκλησία εξακολουθεί να αυτοπροσδιορίζεται ως η κορυφαία Εκκλησία της Ανατολικής Χριστιανικής παράδοσης, ισχυριζόμενη ότι αποτελεί τον κύριο θεματοφύλακα των λεγόμενων «παραδοσιακών αξιών».

Κατά τη διάρκεια του 20ου αιώνα, η Ορθόδοξη Εκκλησία στη Ρωσία υπέστη σκληρούς διωγμούς από το αθεϊστικό σοβιετικό καθεστώς. Μετά την κατάρρευση της ΕΣΣΔ, η Ρωσική Ορθόδοξη Εκκλησία φάνηκε να εισέρχεται σε μια περίοδο αναγέννησης, καθώς ανακαινίστηκαν καθεδρικοί ναοί και πολλοί ανεγέρθηκαν εκ νέου. Επιπλέον, μοναστήρια και εκκλησιαστικές σχολές επαναλειτούργησαν, ενώ παράλληλα εκδόθηκαν πολλά θεολογικά έργα. Όλα τα παραπάνω έγιναν ευπρόσδεκτα και ενθαρρύνθηκαν από τον ευρύτερο χριστιανικό κόσμο.

Παρά συγκεκριμένες ανησυχητικές ενδείξεις, στις οποίες η ευρύτερη χριστιανική κοινότητα δεν έδωσε τη δέουσα προσοχή, η Ρωσική Ορθόδοξη Εκκλησία επιβεβαίωσε τη συμμόρφωσή της με το κράτος, προσεγγίζοντάς το όσο το δυνατόν περισσότερο. Ταυτόχρονα οι κυβερνώντες άρχισαν να τη θεωρούν ως αναπόσπαστο στοιχείο του νεοϊμπεριαλιστικού καθεστώτος, με αποτέλεσμα η εκκλησία να εμπλακεί ενεργά στον μηχανισμό προπαγάνδας και βίας του Κρεμλίνου. Η πιο εντυπωσιακή έκφανση αυτής της συνεργασίας φανερώνεται στη θρησκευτική και ψευδοθεολογική δικαιολόγηση της ανεξέλεγκτης επιθετικότητας του ρωσικού καθεστώτος κατά του κυρίαρχου κράτους της Ουκρανίας, σε συνδυασμό με την επίσημη συναίνεση και ευλογία της εισβολής, καθώς και των συμμετεχόντων σ’ αυτήν εκ μέρους της Ρωσικής Ορθόδοξης Εκκλησίας.

Τα αμαρτήματα της δικαιολόγησης και της παροχής ευλογίας στην εισβολή δεν είναι απλώς μεμονωμένες πράξεις επισκόπων ή ιδιόρρυθμων ιερέων, αλλά θεσμικές παραβάσεις. Οι εν λόγω πράξεις αποτελούν έκφραση της ενιαίας ιδεολογικής στάσης σύνολης της Ρωσικής Ορθόδοξης Εκκλησίας, τις οποίες επιβλέπει και υποστηρίζει ο Πατριάρχης Μόσχας και Πάσης Ρωσίας.  Αξίζει να τονιστεί, ότι οι δημόσιες αντιπολεμικές αντιδράσεις εντός της Εκκλησίας είναι σπάνιες, ενώ συχνά οι κληρικοί που εκφράζουν την αντίθεσή τους στον πόλεμο βρίσκονται αντιμέτωποι με δίκες παρωδία σε εκκλησιαστικά ή κρατικά δικαστήρια. Ως επακόλουθο υφίστανται επιπτώσεις που κυμαίνονται από την επιβολή αργίας έως την καθαίρεση, ενώ σε ορισμένες περιπτώσεις αναγκάζονται να εγκαταλείψουν τη χώρα.

Ο πόλεμος της Ρωσίας κατά της Ουκρανίας έχει εξελιχθεί σ’ έναν από τους πιο αιματηρούς ευρωπαϊκούς πολέμους από τότε που οι ναζί εισέβαλαν στην Πολωνία στις αρχές του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Μετά από την τραγωδία εκείνης της παγκόσμιας σύρραξης, η ανθρωπότητα αποφάσισε ότι τέτοιοι φρικτοί πόλεμοι δεν θα έπρεπε ποτέ να επαναληφθούν. Παρόλα αυτά, η φρίκη δυστυχώς επιστρέφει και αυτή τη φορά προέρχεται από μία χώρα που η ίδια είχε υποστεί τραγικές απώλειες από την ναζιστική εισβολή, αναδείχθηκε νικήτρια και εν συνεχεία ως μέλος της διεθνούς κοινότητας δεσμεύθηκε να προάγει την ειρήνη με κάθε δυνατό τρόπο.

Τα τελευταία δύο χρόνια, χριστιανικές φιλανθρωπικές οργανώσεις στην Ευρώπη και την Αμερική έχουν επιδείξει έντονο ενδιαφέρον για την υποστήριξη της Ουκρανίας. Είναι αξιοπρόσεκτο πως οι προσπάθειες τους δεν περιορίζονται στην παροχή υλικής βοήθειας, αλλά δρουν και ως δυναμικοί επικριτές, καταδικάζοντας ηθικά την επιθετικότητα της Ρωσίας. Αυτή η σθεναρή υποστήριξη αποτελεί μια αδιάψευστη μαρτυρία της διαρκούς ιστορικής κληρονομιάς της χριστιανικής αγάπης και αλληλεγγύης.

Πρέπει να επισημάνουμε ότι ο Πρόεδρος της Ρωσικής Ομοσπονδίας, Βλαντιμίρ Πούτιν, καθώς και οι πολιτικοί και στρατιωτικοί παράγοντες της Ρωσίας δεν έχουν παραβιάσει μόνο τις διεθνείς υποχρεώσεις τους, αλλά έχουν διαπράξει βλασφημία κατά του Θεού. Αυτό το βαρύ αμάρτημα αφορά άτομα που αυτοαποκαλούνται χριστιανοί και συχνά επικρίνουν τη Δύση για παραβίαση των χριστιανικών αξιών. Οι ίδιοι αν και συμμετέχουν σε λατρευτικές πρακτικές της Εκκλησίας, όπως στο Μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας, ενώ συνδράμουν ακόμα και στην ανέγερση νέων εκκλησιών και μοναστηριών, ταυτόχρονα, –και κατά παράδοξο τρόπο– επιδεινώνουν την αμαρτία τους, εκδίδοντας εντολές για δολοφονίες και εμπλεκόμενοι προσωπικά σε εγκλήματα πολέμου, δικαιολογώντας δημοσίως ενέργειες που πλήττουν την ανθρωπότητα και αμαρτάνοντας έναντι του Θεού.

Το Ευαγγέλιο και η Ηθική ευθύνη την Χριστιανών

Ως Χριστιανοί που έχουμε λάβει το δώρο του Αγίου Πνεύματος, η ηθική μας ευθύνη για τη ζωή και την ευημερία της δημιουργίας του Θεού αποτελεί ουσιαστικό μέρος των βαπτισματικών μας υποχρεώσεων και συνδέεται άμεσα με τη διδασκαλία του Ευαγγελίου, καθώς και την ομολογία της πίστης μας στον Κύριο Ιησού ως Θεάνθρωπο και Σωτήρα του κόσμου. Επομένως, έχουμε την υποχρέωση να αγωνιζόμαστε για να ανταποκριθούμε στην κλήση να είμαστε άγιοι, όπως ο Πατέρας μας στους ουρανούς είναι άγιος (Κατά Ματθαίον 5:43-48).

Δυστυχώς, όμως, η ασυνειδησία και η ανηθικότητα έχουν επικρατήσει μεταξύ πολλών φαινομενικά χριστιανών πολιτικών και υψηλόβαθμων κυβερνητικών αξιωματούχων, με τη Ρωσία να μην αποτελεί εξαίρεση. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, η ρεαλπολιτίκ συχνά υπερισχύει έναντι των ηθικών και δεοντολογικών εκτιμήσεων.  Ειδικότερα, η κατάσταση καθίσταται ακόμη πιο ανησυχητική όταν ο Πατριάρχης μιας εκκλησίας, μαζί με επισκόπους και ιερείς πολλών ενοριών, όχι μόνο δικαιολογεί έναν επιθετικό πόλεμο, αλλά ενθαρρύνει ενεργά την εμπλοκή Χριστιανών σε σύγκρουση με γειτονικά έθνη, ακόμη και με εκείνα που θεωρούνται αδελφικά. Τέτοιου είδους παραβάσεις συνιστούν πολλαπλό αμάρτημα που αφορά την κατάφωρη εγκατάλειψη του ιδεώδους της μίμησης του Χριστού, καθώς και μια βλάσφημη και συνειδητή βεβήλωση, η οποία πραγματοποιείται δημοσίως και δίχως καμία ένδειξη μεταμέλειας. Για όλους τους παραπάνω λόγους δεν μπορούμε πλέον να σιωπούμε ενώπιον τέτοιων σκανδαλωδών πράξεων.

Μακάριοι οἱ πεινῶντες καὶ διψῶντες τὴν δικαιοσύνην ὅτι αὐτοὶ χορτασθήσονται (Κατά Ματθαίον 5:6). Για μας, αυτά τα λόγια δεν αποτελούν μόνο μια πρόσκληση για την αναζήτηση της αλήθειας και της δικαιοσύνης, αλλά και για την απόρριψη όλων των ψεμάτων, των παραλείψεων και την χειραγώγηση των γεγονότων. Οι δράστες των εγκλημάτων αγνοούν το πανταχού παρόν πνεύμα του Θεού (Ψαλμός 139:7-12). Επιπλέον, στη νέα εποχή των smartphones και της άμεσης συνδεσιμότητας, αυτό το ψέμα έχει γίνει βασικό στοιχείο της έναρξης οποιουδήποτε «υβριδικού πολέμου», ενός πολέμου που συνυφαίνει κρατικούς και μη-κρατικούς φορείς, καθώς και στρατηγικές συμβατικού και μη-συμβατικού πολέμου, συμπεριλαμβανομένης της διάδοσης ψευδών ειδήσεων. Υπό τέτοιες συνθήκες, όποιος διασπείρει συμμετέχει άμεσα στον υβριδικό πόλεμο.

Δεν αρκεί απλώς να καταδικάζουμε τον πόλεμο στην Ουκρανία ούτε να ζητάμε μονάχα την κατάπαυση του πυρός και γενικότερα την επίτευξη ειρήνης. Εκείνο που προέχει είναι να αποκαλύψουμε την πραγματική αιτία του πολέμου, καθώς και να καλέσουμε αυτούς που τον ξεκίνησαν να λογοδοτήσουν για τις εγκληματικές τους πράξεις.

Κανένας επίσκοπος στη Ρωσική Ομοσπονδία δεν έχει κηρύξει την ειρήνη κατά τη διάρκεια των δύο ετών του πολέμου, αντίθετα, πολλοί από αυτούς προσεύχονται και υποστηρίζουν τη νίκη της Ρωσίας επί της Ουκρανίας. Αυτό το γεγονός είναι ντροπή για μια Ορθόδοξη εκκλησία που θεωρείται από τις πιο σημαντικές στον κόσμο, ενώ οι υπόλοιπες χριστιανικές εκκλησίες τηρούν σιωπή ιχθύος. Μήπως βρισκόμαστε σ’ ένα σημείο όπου η αποσιώπηση της αλήθειας θεωρείται αποδεκτή;

Πιστεύουμε ακράδαντα ότι οι χριστιανοί προκαθήμενοι καλούνται πρωτίστως να αναδείξουν την προφητική πλευρά της διακονίας τους. Αυτό σημαίνει ότι πρέπει να είναι ικανοί να αντιμετωπίσουν το κακό, επιδεικνύοντας σοφία, δικαιοσύνη και θάρρος.

Η προσωπική ευθύνη του Προκαθημένου της Ρωσικής Ορθόδοξης Εκκλησίας

Μακάριοι οἱ εἰρηνοποιοἱ ὅτι υἱοὶ θεοῦ κληθήσονται (Κατά Ματθαίον 5:9). Ο Πατριάρχης Κύριλλος δεν έχει εκφράσει ούτε μια φορά τη συμπαράσταση ή τα συλλυπητήρια του για τους Ουκρανούς που υπέστησαν απώλειες, τραυματισμούς ή εκτοπισμούς. Εκτός απ’ αυτό, η στάση του παραμένει αμείλικτη έναντι της σπαρακτικής πραγματικότητας των θανάτων και των δεινών αθώων παιδιών, ενώ δεν έχει θρηνήσει καθόλου για όσους βασανίστηκαν φρικτά από τους Ρώσους στρατιώτες. Σε πολλές περιπτώσεις άλλωστε, ο ίδιος και οι κληρικοί που υπάγονται στη δικαιοδοσία του έχουν ενθαρρύνει νέους άνδρες από τη Ρωσία να συμμετάσχουν σ’ αυτήν την καταστροφική σύγκρουση. Αντί να αναγνωρίσει τον φόρο αίματος τόσων ανθρώπων, επαναλαμβάνει σταθερά στη παραληρηματική του διακήρυξή ότι η Ρωσία βρίσκεται στο πλευρό του φωτός, συμμετέχοντας σε έναν πόλεμο εναντίον των δυνάμεων του σκότους.

Η παραπάνω στάση αποδεικνύει τη βαθιά πνευματική και ηθική παρακμή της Ρωσικής Ορθόδοξης Εκκλησίας συνολικά και ειδικότερα της ηγεσίας της. Ο  Πατριάρχης Κύριλλος (Γκουντιάεφ) έχει παραμελήσει επί σειρά ετών τα ποιμαντικά του καθήκοντα αναφορικά με τους Ουκρανούς, υποτιμώντας τους και συμβάλλοντας στη δημιουργία βαθύτερων διαιρέσεων εντός της ουκρανικής Ορθοδοξίας. Δεν πρέπει να λησμονούμε ότι επέλεξε συνειδητά να αγνοεί τις πολλαπλές παραβιάσεις των πολιτικών ελευθεριών και των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στη Ρωσία, είτε δικαιολογώντας τις διά της σιωπής του είτε μέσω της ρητής του υποστήριξης. Εκτός απ’ αυτό, έχει ενθαρρύνει τις επιθετικές και αντιχριστιανικές τάσεις του ρωσικού καθεστώτος που προωθούνται υπό πρόσχημα ιδεολογημάτων όπως ο «ρωσικός κόσμος» ή «η υπεράσπιση των παραδοσιακών αξιών». Κοντά σ’ αυτό, έχει συμβάλει στη διάδοση των ψεμάτων του κράτους σχετικά με την ύπαρξη «εσωτερικού πολέμου» στην Ουκρανία, συνθέτοντας μάλιστα ειδικές προσευχές και απαιτώντας τη συμπερίληψή τους στη λειτουργική πρακτική. Τέλος, έχει υπερασπιστεί και δικαιολογήσει την επίθεση κατά την Ουκρανίας  μέσω της ποιμαντικής πρακτικής και των κηρυγμάτων του.

Στο πλαίσιο αυτό καθίσταται πασιφανής η κατάχρηση των λειτουργικών πρακτικών, του θεολογικού λόγου και της ποιμαντικής επιρροής, όπως έχει εκδηλωθεί πολλές φορές από τον Πατριάρχη Κυρίλλο, τους επισκόπους και πολλούς ιερείς. Οι ίδιοι έχουν επανειλημμένα διαστρεβλώσει το μυστήριο της χριστιανικής ευλογίας μετατρέποντάς το σε έγκριση δολοφονίας πολιτών μιας γειτονικής χριστιανικής χώρας. Επομένως, έχουν παραβιάσει την πέμπτη εντολή του Δεκαλόγου «οὐ φονεύσεις». Τα περιστατικά τέτοιων παραβιάσεων είναι πάρα πολλά και έχουν τεκμηριωθεί ενδελεχώς σε διάφορες πλατφόρμες όπως το YouTube, το X και αλλού, οπότε δεν μπορούν να θεωρηθούν τυχαία.

Η υποστήριξη αυτού «υβριδικού πολέμου» και της απρόκλητης επίθεσης κατά της Ουκρανίας, σε συνδυασμό με τη δικαιολόγηση της βίας, καθώς και τη δίωξη κάθε ιερέα και πιστού που λέει την αλήθεια και εκφράζει την αντίθεσή του στον πόλεμο πιστοποιούν μια συνειδητή και ορθώς τεκμηριωμένη απόκλιση από την αλήθεια. Με άλλα λόγια, μαρτυρούν τον βαθμό στον οποίο η Ρωσική Ορθόδοξη Εκκλησία έχει απομακρυνθεί από του Ευαγγέλιο προωθώντας μια εναλλακτική διδασκαλία και όχι τον Λόγο του Θεού. Συνεπώς, όλοι οι Χριστιανοί πρέπει να αναρωτηθούν σοβαρά αν η διδασκαλία που κηρύσσεται δημόσια και ανενδοίαστα από τους εκπροσώπους της Ρωσικής Ορθόδοξης Εκκλησίας συνάδει με το αληθινό μήνυμα του Χριστού.

Κατ’ αυτόν τον τρόπο καθίσταται σαφές ότι η προσευχή για ειρήνη χωρίς δημόσια καταδίκη του επιτιθέμενου, δίχως διάκριση μεταξύ δραστών και θυμάτων και χωρίς αναγνώριση του δικαιώματος μιας χώρας που αντιμετωπίζει στρατιωτική επίθεση να αμυνθεί, δεν συμβάλλει στην προώθηση μιας αληθινής και δίκαιης ειρήνης.

Η Προφητική Διακονία και η Υπεράσπιση της Αλήθειας

Εν μέσω  δυστυχίας και πόνου οι ποιμένες και οι ηγέτες της Εκκλησίας πρέπει να εκφράσουν έναν προφητικό λόγο, ο οποίος θα βασίζεται ακλόνητα στην Αγία Γραφή και στο παράδειγμα αγάπης που έδωσε ο Ιησούς Χριστός. Αυτή η προφητική φωνή πρέπει να ακουστεί με σαφήνεια και αποφασιστικότητα σε ολόκληρο τον κόσμο.

Σε περιόδους συγκρούσεων, η επιδίωξη διπλωματικών και πολιτικών στόχων μπορεί να αμβλύνει την προφητική φωνή της Εκκλησίας, η οποία αποτελεί κεντρικό στοιχείο της θείας αποστολής Της.  Συχνά η Εκκλησία προσπαθεί να διασφαλίσει την ειρήνη εμπλεκόμενη σε διαπραγματεύσεις με τα εμπόλεμα μέρη προκειμένου να επιτύχει άμεση κατάπαυση του πυρός ή ταχεία επίλυση της σύγκρουσης. Ωστόσο, οι αξιωματούχοι της Εκκλησίας και οι πιστοί πρέπει να παραδεχθούν ειλικρινά ότι οι προσπάθειες αυτές δεν έχουν μέχρι στιγμής καταλήξει σε απτά αποτελέσματα, ενώ οι υπεύθυνοι για την εκκλησιαστική διπλωματία παραβλέπουν πολλές φορές την ευαγγελική ηθική κατά την επιδίωξη πολιτικών στοχών και την εκπλήρωση προσωπικών φιλοδοξιών.

Αναγνωρίζοντας ότι πρέπει να γίνει ό,τι είναι δυνατόν για να τερματιστεί ο πόλεμος και να εγκαθιδρυθεί μια δίκαιη ειρήνη, αναμένουμε από Εσάς τον λόγο που είναι «ζωντανός και δραστικός, πιο κοφτερός κι από κάθε δίκοπο σπαθί» (Προς Εβραίους 4:12).

Είναι λυπηρό το γεγονός ότι ακόμη και δύο χρόνια μετά την έναρξη του πολέμου, δεν έχει δημοσιευθεί κάποια επίσημη ανακοίνωση της Εκκλησίας που να καταδικάζει τον πόλεμο συνολικά. Ακόμη πιο απογοητευτικό είναι ότι δεν υπάρχει συνεκτική και ξεκάθαρη καταδίκη της ρωσικής επιθετικότητας, η οποία, παράλληλα, να καταδικάζει και τη σκανδαλώδη υποστήριξη του πολέμου εκ μέρους υψηλόβαθμων εκκλησιαστικών αξιωματούχων της Ρωσικής Ορθόδοξης Εκκλησίας.

Εκφράζουμε την υποστήριξή μας στους λίγους χριστιανούς ηγέτες που έχουν προβεί σε δημόσιες δηλώσεις για το εν λόγω ζήτημα. Η ακλόνητη στάση τους αποδεικνύει την προσωπική τους δέσμευση στην αλήθεια και τη δικαιοσύνη, γι’ αυτό και επαινούμε τις προσπάθειές τους για την προάσπιση των αξιών της πίστης μας. Θα ήταν ευχής έργο τέτοιες ηθικά σαφείς δηλώσεις να λειτουργήσουν ως έμπνευση για περαιτέρω συλλογική δράση στην ευρύτερη χριστιανική κοινότητα.

Σας παρακαλούμε να συνεργαστείτε ενεργά και άμεσα με τους αρμόδιους διεθνείς φορείς για τη σύσταση μιας διεθνούς ομάδας εργασίας που θα έχει ως σκοπό, μέσω ειλικρινής και αντικειμενικής εξέτασης, την απόδοση ευθυνών στους επισκόπους, ιερείς και λαϊκούς της Ρωσικής Ορθόδοξης Εκκλησίας, οι οποίοι μέσω δηλώσεων, μαρτυριών, κηρυγμάτων, ανακοινώσεων και σκευωριών, επικρότησαν και προσέδωσαν θεϊκή έγκριση στη βία, τον πόλεμο και την επιθετικότητα κατά του ουκρανικού λαού.

Πολλές δημοσιεύσεις έχουν αναλύσει λεπτομερώς αυτά τα σοβαρά γεγονότα, τονίζοντας την επείγουσα ανάγκη για την ανάληψη μιας επίσημης πρωτοβουλίας που θα προσελκύσει το ενδιαφέρον των Εκκλησιών. Αναμφίβολα, η ενεργή συμμετοχή Σας στη δημιουργία ενός τέτοιου φορέα θα αποτελέσει σημαντικό βήμα προς την αντιμετώπιση αυτών των κρίσιμων θεμάτων σε θεσμικό επίπεδο.

Πρέπει να τονίσουμε ότι μία Εκκλησία που μόνο κατ’ επίφαση παραμένει χριστιανική, αλλά στην πραγματικότητα έχει απομακρυνθεί από το πνεύμα του Ευαγγελίου, δεν μπορεί να είναι αδελφή εκείνων των εκκλησιών και κοινοτήτων που ακολουθούν το Ευαγγέλιο του Κυρίου μας Ιησού Χριστού.

Οι προτάσεις που παρουσιάστηκαν παραπάνω υπερβαίνουν τον στόχο μιας απλής αντιπαράθεσης με τη Ρωσική Ορθόδοξη Εκκλησία. Ουσιαστικά, συγκροτούν μια συντονισμένη προσπάθεια για το καλό της ίδιας της Εκκλησίας, δηλαδή για την κοινότητα των πιστών που καθοδηγείται από το Άγιο Πνεύμα και το Ευαγγέλιο, με απώτερο σκοπό την απελευθέρωση της Εκκλησίας από τα δεσμά μιας παραπλανητικής πολιτικής θεολογίας που φαλκιδεύει την χριστιανική πίστη. Η αποφασιστική πρόοδος προς την πραγματική ειρήνη απαιτεί την ατρόμητη διακήρυξη της αλήθειας, ανεξάρτητα από τις ενδεχόμενες προκλήσεις που τυχόν προκύψουν.

Σεβαστοί ποιμένες, σας καλούμε να καταγγείλετε τις αδικίες, να υποστηρίξετε την μετάνοια, να επιδιώξετε ενεργά την μεταμόρφωση του κόσμου και να διακηρύξετε με θάρρος την άβολη αλλά μεγάλη αλήθεια.

Sergei Chapnin, Κέντρο Χριστιανικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Φόρνταμ, ΗΠΑ
Aristotle Papanikolaou, Κέντρο Χριστιανικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Φόρνταμ, ΗΠΑ
George Demacopoulos, Κέντρο Χριστιανικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Φόρνταμ, ΗΠΑ
Nathaniel Wood, Κέντρο Χριστιανικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Φόρνταμ, ΗΠΑ

     

    Please complete the form to sign the Open Letter:

      Print Friendly, PDF & Email

      As you’ve reached the conclusion of the article, we have a humble request. The preparation and publication of this article were made possible, in part, by the support of our readers. Even the smallest monthly donation contributes to empowering our editorial team to produce valuable content. Your support is truly significant to us. If you appreciate our work, consider making a donation – every contribution matters. Thank you for being a vital part of our community.

      To ιστολόγιο Δημόσια Ορθοδοξία (Public Orthodoxy) επιδιώκει να προωθήσει συζήτηση και συνδιάλεξη, παρέχοντας ένα φόρουμ για διαφορετικές απόψεις σε σχέση με σύγχρονα ζητήματα που αφορούν τον Ορθόδοξο Χριστιανισμό. Οι απόψεις που εκφράζονται σ’ αυτό το άρθρο είναι αποκλειστικά του συγγραφέως και δεν αντιπροσωπεύουν τις απόψεις των εκδοτών,των μεταφραστών, ή του Κέντρου Ορθοδόξων Χριστιανικών Σπουδών.

      Σχετικά με τον συγγραφέα

      Have something on your mind?

      Thanks for reading this article! If you feel that you ready to join the discussion, we welcome high-caliber unsolicited submissions. Essays may cover any topic relevant to our credo – Bridging the Ecclesial, the Academic, and the Political. Follow the link below to check our guidlines and submit your essay.

      Proceed to submission page

      Αξιολογήστε αυτήν τη δημοσίευση

      Σας φάνηκε ενδιαφέρον αυτό το άρθρο;

      Κάντε κλικ στα αστεράκια για να το αξιολογήσετε!

      Average rating 5 / 5. Vote count: 1

      Γίνετε ο πρώτος/η που θα αξιολογήσει αυτό το άρθρο.

      Μοιραστείτε αυτήν την δημοσίευση

      Αποποίηση ευθυνών

      Public Orthodoxy seeks to promote conversation by providing a forum for diverse perspectives on contemporary issues related to Orthodox Christianity. The positions expressed in the articles on this website are solely the author’s and do not necessarily represent the views of the editors or the Orthodox Christian Studies Center.

      Σχετικά με το έργο

      Μια Δημοσίευση του Κέντρου Ορθόδοξων Χριστιανικών Σπουδών του Πανεπιστημίου
      Φόρντχαμ