Εκκλησιαστική Ιστορία

Ορθοδοξία και Αμερικανική Δουλεία

Δημοσιεύθηκε στις: 28 Ιουνίου, 2024
1 view
Αξιολόγηση αναγνωστών:
0
(0)
Reading Time: 11 minutes
Διαθέσιμο επίσης στα: English | Русский
American Slavery

Αν και είναι της μόδας τελευταία να συζητάμε για την εισροή ρατσιστικών στοιχείων στην Ορθόδοξη Εκκλησία μέσω του προσηλυτισμού, πρέπει να παραδεχτούμε ότι η Ορθοδοξία στην Αμερική είχε πάντα φυλετικό πρόβλημα. Οι μετανάστες που κατέφθασαν από την Ανατολική Μεσόγειο και την Ανατολική Ευρώπη στις αρχές του 20ου αιώνα δεν φημίζονταν για τις ανοιχτόμυαλες απόψεις τους σχετικά με τη φυλή. Μερικές από τις χειρότερες φυλετικές εντάσεις της Αμερικής ήταν μεταξύ των μαύρων Αμερικανών και των ίδιων των μεταναστών που αποτελούν τον πυρήνα της Ορθοδοξίας στην Αμερική. Βέβαια, όποτε τίθεται αυτό το θέμα, οι περισσότεροι προτιμούν να το αποφεύγουν υποστηρίζοντας ότι οι Ορθόδοξοι Χριστιανοί δεν συμμετείχαν στο δουλεμπόριο. Αυτή είναι μια παράξενη απάντηση αν θέλουμε να είμαστε ειλικρινείς. Το αν οι Ορθόδοξοι Χριστιανοί συμμετείχαν ή όχι ενεργά στην αμερικανική δουλεία είναι εντελώς διαφορετικό από το αν η αμερικανική Ορθοδοξία έχει πρόβλημα με τον ρατσισμό σήμερα. Είναι ιδιαίτερα αλλόκοτο να πιστεύουμε ότι η αθώα στάση των Ορθόδοξων Χριστιανών τον 19ο αιώνα (ή καλύτερα η απουσία οποιασδήποτε στάσης τότε) τους απαλλάσσει κατά κάποιο τρόπο από έναν ηθικό απολογισμό στον 21ο αιώνα σχετικά με τη δουλεία και τον ρατσισμό, μια από τις σημαντικότερες πράξεις συλλογικής μετάνοιας που απαιτεί η εποχή μας. Δεν χρειάζεται, άλλωστε, να είχε κανείς ποτέ στην ιδιοκτησία του ούτε έναν σκλάβο για να καρπωθεί τα οφέλη της καταναγκαστικής εργασίας ή για να φέρει εντός του τις προκαταλήψεις που είναι αναπόφευκτες σε μια κοινωνία μετά τη δουλοκτησία.

Ωστόσο, η προσπάθεια αποφυγής της ευθύνης γίνεται ακόμη πιο κατάφωρη από το γεγονός ότι η ιστορία της άμεμπτης στάσης στην οποία στηρίζεται είναι απλώς ψεύτικη, ένα μύθευμα και τίποτε άλλο. Ουσιαστικά πρόκειται για μια ακόμη περίπτωση όπου οι Ορθόδοξοι Χριστιανοί κατασκευάζουν με προθυμία μια φανταστική ιστορία, η οποία εν συνεχεία αποδεικνύει την δήθεν ανωτερότητά τους. Αν και ελάχιστοι Ορθόδοξοι Χριστιανοί ζούσαν στις Ηνωμένες Πολιτείες πριν από τον 20ο αιώνα, οι Ορθόδοξοι Χριστιανοί μετανάστες του 18ου και 19ου αιώνα  είχαν συχνά δούλους ή συμμετείχαν στο δουλεμπόριο. Είναι εντυπωσιακό ότι οι μετανάστες από χώρες και εθνότητες με πλειοψηφία Ορθόδοξων Χριστιανών, οι οποίοι αργότερα αναδείχθηκαν σε ηχηρούς υποστηρικτές της κατάργησης της δουλείας, το έκαναν κυρίως αφού αποστασιοποιήθηκαν από την Ορθόδοξη Εκκλησία και προσχώρησαν σε προτεσταντικές ομολογίες που ήταν κατά της δουλείας. Αντίθετα, οι πρώτοι Αμερικανοί προσήλυτοι στην Ορθοδοξία (ελάχιστοι αριθμητικά) προέρχονταν σχεδόν αποκλειστικά από την τάξη των καλλιεργητών της Βιρτζίνια. Είναι αξιοσημείωτο ότι αυτοί οι προσήλυτοι δεν ήταν υποχρεωμένοι να εγκαταλείψουν τους δούλους τους μετά την υιοθέτηση της ορθόδοξης πίστης. Αυτό σημαίνει ότι η μικρή Ορθόδοξη Χριστιανική παρουσία στις Ηνωμένες Πολιτείες πριν την κατάργηση της δουλείας ήταν ουσιαστικά υπέρ της δουλείας στο σύνολό της και αδιάφορη για τη σύγκρουση σχετικά με την ύπαρξη του εν λόγω ιδιότυπου θεσμού που απειλούσε να καταστρέψει τις προτεσταντικές ομολογίες της εποχής. Παρακάτω παραθέτω τρείς σύντομες λόγω χώρου «μελέτες περιπτώσεων»: η πρώτη είναι για την ορθόδοξη κοινότητα των μεταναστών της Νέας Ορλεάνης, η δεύτερη για τον ορθόδοξο προσήλυτο και καλλιεργητή στη Βιρτζίνια Φίλιπ Λάντγουελ Γ΄ (ευρέως γνωστός ως ο «πρώτος Αμερικανός Ορθόδοξος Χριστιανός προσήλυτος») και, τέλος, για τον Φώτιο Φισκ, έναν Έλληνα μετανάστη, κοινωνικό μεταρρυθμιστή και υποστηρικτή της κατάργησης της δουλείας, ο οποίος εγκατέλειψε την Ορθοδοξία και έγινε προτεστάντης πάστορας στην ομολογία των Συναθροιστών (Congregationalists).

Νέα Ορλεάνη

Η Νέα Ορλεάνη πιθανότατα αποτελεί την πόλη στην οποία θεμελιώθηκε η πρώτη Ορθόδοξη εκκλησία των Ηνωμένων Πολιτειών, αν και είχαν χτιστεί και άλλες ορθόδοξες εκκλησίες σε περιοχές που θα περιλαμβάνονταν στις Ηνωμένες Πολιτείες, όπως στη Φλόριντα και στην Αλάσκα. Το εν λόγω γεγονός είναι σημαντικό. Η Νέα Ορλεάνη ήταν αναμφίβολα τμήμα των Ηνωμένων Πολιτειών το 1859 όταν η εκκλησία άρχισε να λειτουργεί στην οικία του Nicholas Benachi, ενώ αργότερα το 1864 θα μετατρεπόταν στον καθεδρικό ναό της Αγίας Τριάδας. Παρόλα αυτά,  ο Αμερικανικός Εμφύλιος Πόλεμος δεν είχε ακόμη τελειώσει τότε και η Νέα Ορλεάνη ήταν η μεγαλοπρεπέστερη πόλη των Συνομοσπονδιακών Πολιτειών της Αμερικής. Όπως διακηρύσσει περήφανα ο ιστότοπος του καθεδρικού ναού, υπήρχε ελληνικό, ή μάλλον οθωμανοχριστιανικό, απόσπασμα στην πόλη από τα μέσα του 18ου αιώνα. Πολλά μένουν να ειπωθούν για την ιστορία της Λουϊζιάνα και τη σχέση της τόσο με την Ορθοδοξία όσο και με τον Καθολικισμό (την κυρίαρχη θρησκεία της Νέας Ορλεάνης και της πολιτείας της Λουϊζιάνα), αλλά είναι σημαντικό να σημειωθεί ότι ο ελληνικός και ευρύτερα οθωμανοχριστιανικός (και κατά συνέπεια ορθόδοξος χριστιανικός, τουλάχιστον στις περισσότερες περιπτώσεις) πληθυσμός της πόλης συμμετείχε ενεργά στη δουλεία και την υπεράσπισή της. Μεταξύ αυτών ήταν και ο  Nicholas Benachi, καταγόμενος από την τότε οθωμανοκρατούμενη Χίο, στην οικία του οποίου πραγματοποιήθηκε η πρώτη  ορθόδοξη λειτουργία.

Ενδιαφέρουσα είναι επίσης, τόσο από θρησκευτική όσο και από φυλετική άποψη, η ιστορία της οικογένειας Δράκου-Δημητρίου, η οποία αναμφίβολα αποτελεί την πρώτη ελληνοαμερικανική οικογένεια. Ο Μιχάλης Δράκος γεννήθηκε στην Αθήνα το 1739 και μετανάστευσε στην τότε ελεγχόμενη από τους Ισπανούς Νέα Ορλεάνη το 1760. Αξιοσημείωτο είναι ότι ο Δράκος βρέθηκε πιθανότατα στη Νέα Ορλεάνη λόγω της συμμετοχής του στο δουλεμπόριο. Έλαβε μέρος στην Αμερικανική Επανάσταση ως αξιωματικός της ισπανικής πολιτοφυλακής, αφού οι Ισπανοί λόγω της συμμαχίας τους με τους Γάλλους, πολέμησαν στο πλευρό των Αμερικανών επαναστατών. Περίπου την ίδια εποχή, ο Δράκος σύναψε σχέση με μια πρώην σκλάβα Κρεολή την Μαρί Φρανσουάζ Σωβέν ντε Μπολιέ ντε Μονπλαισίρ.  Το φυλετικό ζήτημα στη Νέα Ορλεάνη και στη Λουϊζιάνα γενικότερα ήταν πολύπλοκο και διέφερε σημαντικά τόσο στην νομική του υπόσταση όσο και στην πολιτισμική από τις υπόλοιπες Ηνωμένες Πολιτείες.[1] Συνεπώς, παραμένει αδιευκρίνιστο αν ο Δράκος και η Μονπλαισίρ ήταν σε θέση να παντρευτούν νόμιμα. Ανεξάρτητα από το νομικό καθεστώς της σχέσης τους, παρέμειναν μαζί έως το τέλος της ζωής τους και μάλιστα συγκαταλέχθηκαν στους ευημερούντες καλλιεργητές της Λουϊζιάνα. Αυτό σημαίνει ότι ανήκαν στην κραταιά δουλεμπορική τάξη της πολιτείας.

Το ζευγάρι απέκτησε δύο παιδιά, εκ των οποίων το ένα, μια κόρη με το όνομα Marianne Celeste Dragon (Δράκου), παντρεύτηκε τον Έλληνα μετανάστη Ανδρέα Δημήτριο . Ο Ανδρέας και η Marianne παντρεύτηκαν όντως νόμιμα, ενώ η ίδια αναφέρεται ως «λευκή» στην άδεια γάμου, πιθανότατα λόγω της ελληνικής καταγωγής της. Παρά τον, απ’ όσο γνωρίζουμε, δυστυχισμένο γάμο (η Marianne κάποια στιγμή μήνυσε τον Ανδρέα για κακοδιαχείριση της οικογενειακής περιουσίας, κερδίζοντας  μέσω διακανονισμού το πόσο των 27.000 δολαρίων – περίπου 1 εκατομμύριο δολάρια σήμερα), το ζευγάρι απέκτησε τέσσερα παιδιά. Ο Αλέξανδρος, το τρίτο παιδί και μεγαλύτερος γιος, έγινε το πρώτο έγχρωμο άτομο που φοίτησε στο Πανεπιστήμιο Georgetown και αργότερα υπηρέτησε ως πρέσβης των ΗΠΑ. Είχε επίσης την αμφιλεγόμενη τιμή να είναι το μοναδικό έγχρωμο άτομο στο υπουργικό συμβούλιο της Συνομοσπονδίας, όπου υπηρέτησε ως βοηθός γενικού διευθυντή του ταχυδρομείου. Παρά τις προσπάθειες απόπειρες να αποκατασταθεί ο Αλέξανδρος ως υπέρμαχος της κατάργησης της δουλείας, δεν φαίνεται να υπάρχουν πολλές αποδείξεις γι’ αυτό. Αν και απογοητεύτηκε και δυσαρεστήθηκε από την κυβέρνηση της Συνομοσπονδίας, ποτέ, όπως φαίνεται, δεν εγκατέλειψε τη Συνομοσπονδιακή υπόθεση.

Όπως πολλές οικογένειες Κρεολών, η οικογένεια Δράκου-Δημητρίου στηρίχθηκε στην ευρωπαϊκή κληρονομιά της, και στην περίπτωση της συγκεκριμένης οικογένειας, όχι και τόσο ανειλικρινώς. Τα παιδιά του Ανδρέα και της Marianne Celeste, άλλωστε, ήταν κατά 75% Έλληνες. Η ελληνική κληρονομιά της οικογένειας ήταν εξαιρετικά σημαντική γι’ αυτούς, κάτι που σήμαινε, τουλάχιστον σε κάποιο βαθμό, τη διατήρηση μιας ορθόδοξης χριστιανικής ταυτότητας. Εκτός απ’ αυτό, η ορθόδοξη χριστιανική πίστη αποτελούσε το καθοριστικό στοιχείο της «ελληνικότητας» στην Οθωμανική Αυτοκρατορία από την οποία προερχόταν η οικογένεια.

Κατ’ αυτόν τον τρόπο, μπορεί να υποστηριχθεί ότι, ακόμη και όταν τα μέλη της οικογένειας συμμετείχαν στη λειτουργική ζωή της κυρίαρχης Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας, συνέχισαν να θεωρούν του εαυτούς τους Ορθόδοξους Χριστιανούς. Αυτό αποδεικνύεται και από το γεγονός ότι η προφορική ιστορία της οικογένειας υποστηρίζει πως ήδη από το 1803 γίνονταν προσπάθειες από τους ίδιους να ιδρύσουν μια ορθόδοξη εκκλησία στην πόλη (δηλαδή μόλις η Νέα Ορλεάνη περιήλθε στις Ηνωμένες Πολιτείες μέσω της αγοράς της Λουϊζιάνα, καθιστώντας δυνατή την ίδρυση μιας μη ρωμαιοκαθολικής εκκλησίας). Επιπλέον, υποστηρίζεται ευρέως, τόσο από την οικογένεια όσο και από άλλους, ότι μέλη της οικογένειας ήταν μεταξύ των πρώτων δωρητών και συμμετεχόντων στην Ορθόδοξη Εκκλησία που συνάχθηκε για πρώτη φορά στο σπίτι του Nicholas Benachi, η οποία αργότερα θα γινόταν ο Ελληνορθόδοξος Ναός της Αγίας Τριάδας.

Εξαιτίας της εμπλοκής του Benachi και της οικογένειας Δράκου-Δημητρίου και άλλων, δεν είναι αναληθές ότι η πρώδτη Ορθόδοξη Εκκλησία στις Ηνωμένες Πολιτείες θεμελιώθηκε με χρήματα που προέρχονταν, τουλάχιστον εν μέρει, από το δουλεμπόριο και την εκμετάλλευση της εργασίας των σκλάβων στις φυτείες της Λουϊζιάνα. Αυτό είναι ένα γεγονός που θα έπρεπε να αναγκάσει τους Αμερικανούς Ορθόδοξους Χριστιανούς να δουν την ιστορία τους ως μέρος της ευρύτερης ιστορίας της δουλείας της Αμερικής.

Φίλιπ Λάντγουελ Γ΄

Ο Φίλιπ Λάντγουελ Γ΄ γεννήθηκε σε μια πλούσια και επιφανή οικογένεια στην αποικία της Βιρτζίνια. Οι οικογένειες αυτού του επιπέδου ήταν, σχεδόν εξ ορισμού, δουλοκτήτες και οι Λάντγουελ δεν αποτελούσαν εξαίρεση. Όταν ο ίδιος ασπάσθηκε την ορθόδοξη πίστη στη Ρωσική Ορθόδοξη εκκλησία του Λονδίνου στις 31 Δεκεμβρίου 1738 είχε στην κατοχή του εννέα φυτείες και περίπου 235 ανθρώπους. Παρά το γεγονός ότι η εγκρίνουσα τη μεταστροφή του Ιερά Σύνοδος της Μόσχας θεώρησε απαραίτητη τη χορήγηση άδειας κατ’ οικονομίαν για να προσέρχεται σε αγγλικανική εκκλησία στη Βιρτζίνια και να μεταλαμβάνει εκεί, δεν υπάρχει κανένα στοιχείο που να αποδεικνύει ότι του επετράπη κατ’ οικονομία να υποδουλώνει τους συνανθρώπους του. Το 1738 η Ρωσική Ορθόδοξη Εκκλησία υπερασπιζόταν ενεργά την δουλοπαροικία, ενώ στα εδάφη της σημερινής Ρουμανίας οι Ρομά ήταν δούλοι Ορθόδοξων μοναχών.

Δεν πρέπει να παρερμηνεύσουμε τη σημασία του παραπάνω γεγονότος. Ένα απ’ τα πιο ανησυχητικά γεγονότα της βιογράφησης του Λάντγουελ εκ μέρους των Ορθοδόξων Χριστιανών είναι ότι προσπάθησαν να υποτιμήσουν ή να αθωώσουν τη συνενοχή του στα δεινά της δουλείας. Η εν λόγω αδιαφορία για την ενεργό συμμετοχή του πρώτου Ορθόδοξου χριστιανού προσήλυτου στην Αμερική στο προπατορικό αμάρτημα της Αμερικής τονίζει την εσκεμμένα αδαή προσέγγιση αυτού του ζητήματος. Ακολουθούν τα γεγονότα, αν και είναι δύσκολο να εντοπιστούν: παρά το γεγονός ότι ο ίδιος ήταν πολυγραφότατος συγγραφέας για διάφορα θέματα, ο Λάντγουελ δεν έγραψε ποτέ κάτι που να μοιάζει έστω με καταγγελία της δουλείας, αν και το ηθικό ζήτημα της δουλοκτησίας αποτελούσε ένα έντονα συζητούμενο θέμα μεταξύ των καλλιεργητών εκείνη την εποχή. Επιπλέον, η συμβολή του Λάντγουελ στο σχολείο Bray, ιδρυθέν τον 18ο αιώνα στο Γουίλιαμσμπεργκ της Βιρτζίνια με σκοπό την εκπαίδευση τόσο των υπόδουλων όσο και των ελεύθερων Αφροαμερικανών δεν αποδεικνύει την υιοθέτηση πεφωτισμένων απόψεων σχετικά με το ζήτημα της δουλείας, αν και πολλοί επιχειρούν να του προσδώσουν τέτοιες. Αν μη τι άλλο, η συμμετοχή του Λάντγουελ στην οργάνωση του σχολείου καταδεικνύει ότι θεωρούσε τη δουλεία ως δυνητικά ωφέλιμη για τους σκλάβους, μια πατερναλιστική άποψη για τον θεσμό που δεν ήταν ασυνήθιστη και εκτός απ’ αυτό δεν διαφέρει από τα ορθόδοξα επιχειρήματα υπέρ της δουλοπαροικίας και της υποδούλωσης των Ρομά. Επιπλέον, πολλοί δουλοκτήτες υποστήριζαν το σχολείο Bray με την προϋπόθεση ότι οι μορφωμένοι δούλοι, ή έστω οι δούλοι που εκπαιδεύονταν με έναν συγκεκριμένο τρόπο, θα ήταν πιο υπάκουοι. Παρομοίως, πολλοί ορθόδοξοι συγγραφείς συχνά εγκωμιάζουν την απόφαση του Λάντγουελ να απελευθερώσει δύο σκλάβους στη διαθήκη του. Λαμβάνοντας υπόψη ότι ο ίδιος είχε στην κατοχή του κυριολεκτικά πάνω από 200 ανθρώπους λίγο πριν το θάνατό του, η απελευθέρωση δύο (αναμφισβήτητα αγαπημένων του) αποτελεί πράγματι άκαιρη αιτία για εγκωμιασμό. Αν και πολλοί επικαλούνται τους νόμους της Βιρτζίνια που καθιστούσαν δύσκολη τη μεταθανάτια απελευθέρωση, ο Λάντγουελ διέμενε στην Αγγλία τη στιγμή του θανάτου του. Σε περίπτωση που ενδιαφερόταν πραγματικά να απελευθερώσει περισσότερους από δύο ανθρώπους, η επιλογή  αυτή δεν θα του κόστιζε τίποτε παρά ένα ταξίδι με το πλοίο.

Συνοψίζοντας, τα στοιχεία δείχνουν ότι ο Λάντγουελ αισθανόταν αρκετά άνετα με τη συμμετοχή του στον θεσμό της δουλείας καθ’ όλη τη διάρκεια της ζωής του, χωρίς να θεωρεί ότι υπάρχει κάποιο ηθικό σφάλμα στην εν λόγω επιλογή. Επιπλέον, ο ρόλος του ως δουλοκτήτη δεν θεωρήθηκε κώλυμα για τη μεταστροφή του από εκείνους που τον δέχτηκαν στην πίστη. Για να είμαστε δίκαιοι, οι περισσότερες εκκλησίες εκείνη την εποχή είχαν την ίδια θέση, αλλά αυτή η ομοιότητα είναι σημαντική. Η Ορθοδοξία είχε την ίδια στάση όπως και η συντριπτική πλειοψηφία του χριστιανικού κόσμου εν μέσω των δεινών της αμερικανικής δουλείας, δηλαδή κάτι μεταξύ αδρανούς θεατή και ενεργού υποστηρικτή.

Φώτιος Φισκ

Στον αντίποδα του Λάντγουελ βρίσκεται ο Φώτιος Φισκ, ένας Έλληνας μετανάστης που εγκατέλειψε την Ορθοδοξία αναγκάζοντάς μας να εξετάσουμε τη συνενοχή της Ορθοδοξίας στην αμερικανική δουλεία εις βάθος. Ο ίδιος γεννήθηκε ως Φώτιος Καβάσαλης στην Ύδρα το 1805, αλλά η οικογένειά του μετακόμισε στη Σμύρνη όταν ήταν βρέφος. Όταν ο Καβάσαλης ήταν ακόμη έφηβος, τα περισσότερα μέλη της οικογένειάς του πέθαναν από μια επιδημία και ο Φώτιος έφυγε από τη Σμύρνη για τη Μάλτα με έναν από τους επιζώντες αδελφούς του, τον Αθανάσιο για να ζήσουν με έναν θείο τους. Στη Μάλτα το 1822  γνώρισε τον Αμερικανό ιεραπόστολο Πλήνειο Φισκ. Ο Φώτιος γοητεύτηκε από τον χαρισματικό Φισκ, του οποίου η βαθιά πίστη και διάνοια ερχόταν σε αντίθεση με την ελληνορθόδοξη πίστη όπως την γνώρισε στην παιδική του ηλικία. Ο έφηβος αποφάσισε να γίνει ιεραπόστολος και με την άδεια του θείου του και ενός Ορθόδοξου ιερέα έφυγε για την Αμερική με τον αδελφό του.

Σπουδάζοντας για ένα διάστημα στο Κολλέγιο Άμερστ, ο Φώτιος, ο οποίος χρησιμοποιούσε περιστασιακά το επώνυμο Φισκ, επέστρεψε για λίγο στην Ευρώπη, όπου ο θείος του του εξασφάλισε μια θέση στη νεοσύστατη ελληνική κυβέρνηση. Ωστόσο, ο νεαρός ανυπομονούσε να επιστρέψει στην Αμερική και επιβιβάστηκε σε ένα πλοίο με προορισμό τη Νέα Υόρκη. Σ’ αυτό το ταξίδι ο Φισκ (ο οποίος είχε περάσει όλη την προηγούμενη παραμονή του στις Ηνωμένες Πολιτείες στη Νέα Αγγλία, στην οποία η δουλεία ήταν παράνομη από τις αρχές του 19ου αιώνα) έγινε για πρώτη φορά μάρτυρας της δουλείας. Ανακαλώντας στη μνήμη του τη φρίκη της οθωμανικής δουλείας για την οποία είχε ακούσει ως παιδί ,ο Φισκ τρομοκρατήθηκε και με την άφιξή του στη Νέα Υόρκη το 1828 συνδέθηκε γρήγορα με την αναπτυσσόμενη κοινότητα των υποστηρικτών της κατάργησης της δουλείας στην πόλη.

Μέσω των φίλων του που μοιράζονταν τις ίδιες απόψεις, ο Φισκ προσκλήθηκε να ενταχθεί στην εκκλησία των Συναθροιστών και τελικά έγινε πάστορας. Το υπόλοιπο της ζωής του θα το αφιέρωνε σ’ αυτή τη διακονία, στην οποία θεωρούσε ότι η διάδοση του Ευαγγελίου ήταν συνώνυμη με την υπόθεση της κατάργησης της δουλείας και (μετά τον Εμφύλιο Πόλεμο) την αναδημιουργία μιας πολυφυλετικής δημοκρατίας. Αυτήν την πεποίθηση την απέδιδε σταθερά στην προτεσταντική πίστη που είχε επιλέξει.

Η διαφορά μεταξύ Λάντγουελ και Φισκ δεν μπορεί να περάσει απαρατήρητη από κανέναν σύγχρονο ερευνητή του αμερικανικού ορθόδοξου χριστιανισμού. Ενώ ο κοινωνικά ευσυνείδητος μεταρρυθμιστής, τρομοκρατημένος από τα δεινά της δουλείας, εγκατέλειψε την Ορθόδοξη Εκκλησία, ένας δουλέμπορος, ένας άνθρωπος του οποίου ο πλούτος και η θέση προερχόταν από την εκμετάλλευση άλλων ανθρώπων, έγινε δεκτός στην Ορθόδοξη πίστη χωρίς κανείς να θεωρήσει αναγκαίο ότι πρέπει να σταματήσει αυτό που έκανε, το οποίο μάλιστα θεωρείτο ακόμη και εκείνη την εποχή από πολλούς Ορθόδοξους ιεράρχες ως ένα βαρύ ηθικό αμάρτημα.

Έχουμε περιέργεια για την Ιστορία

Φυσικά, η αποτυχία να αναγνωρίσουμε την εν λόγω αντίθεση αποτελεί μέρος ενός ευρύτερου προβλήματος εντός της Ορθόδοξης κοινότητας της Αμερικής και του τρόπου με τον οποίο κατανοούμε την ιστορία. Όχι ότι αυτό θα έπρεπε να μας εκπλήσσει. Πρόκειται για μια ιστορία την οποία αποδεχόμαστε ως Αμερικανοί ενώ ταυτόχρονα θέλουμε να παραμείνουμε αμετανόητοι αναφορικά με τα αμαρτήματα της Αμερικής. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, η θεώρηση της Ορθοδοξίας αναφορικά με την αμερικανική ιστορία εναρμονίζεται με την κατασκευή του παρελθόντος της απέναντι στη Δύση. Είναι μια θεώρηση όπου οι Ορθόδοξοι Χριστιανοί μπορούν βολικά να διαχωριστούν από κάθε αρνητικό της φορτίο. Υποτίθεται ότι πρέπει να πιστέψουμε πως δεν υπήρξε καμία συμμετοχή των Ορθόδοξων Χριστιανών στη Μεταρρύθμιση, την αποικιοκρατία, τον Διαφωτισμό ή το δουλεμπόριο. Ωστόσο, αν το καλοσκεφτούμε η εν λόγω θεώρηση δεν έχει καμία λογική.

Υπάρχει ένας ενδιαφέρων επίλογος στον 21ο αιώνα σχετικά με τη ζωή του Φίλιπ Λάντγουελ Γ΄. H Αδελφότητα Φίλιπ Λάντγουελ Γ΄ περιγράφεται ως μια ένωση ορθόδοξων πιστών χριστιανών από διάφορες δικαιοδοσίες που επιδιώκουν να υπηρετήσουν την ευαγγελική αποστολή της Εκκλησίας στο Νότο, προωθώντας την πολιτισμική αφομοίωση της ορθόδοξης πίστης στο ξεχωριστό ήθος και την «παλαιότερη θρησκευτικότητα» του Νότου. Ορισμένοι έχουν υποστηρίξει ότι η εν λόγω αδελφότητα αποτελεί «ένα από τα πολλά παραδείγματα των πρόσφατων προσπαθειών της αμερικανικής δεξιάς να κανονικοποιήσει και να προβάλει τον Μύθο της Χαμένης Υπόθεσης». Θα μπορούσαμε, ωστόσο, να κατανοήσουμε καλύτερα την περίπτωση της Αδελφότητας ως δείγμα μιας πολύ περίπλοκης και πιθανώς λιγότερο χρήσιμης πολιτικά αλήθειας για τη σχέση της σύγχρονης αμερικανικής Ορθοδοξίας με την προγενέστερη του 20ου αιώνα. 

Πριν προχωρήσω περαιτέρω, επιτρέψτε μου να είμαι σαφής: θα ήταν ιδιαίτερα εύκολο να κερδίσουμε τις εντυπώσεις στον Πολιτισμικό Πόλεμο απορρίπτοντας απλώς τα μέλη της Αδελφότητας Φίλιπ Λάντγουελ Γ΄ ως αντιδραστικούς, φονταμενταλιστές και χριστιανούς εθνικιστές. Ορισμένοι απ’ αυτούς μπορεί να είναι ένα ή όλα αυτά τα πράγματα–πρόκειται για μια εξαιρετικά ποικιλόμορφη συνάθροιση ανθρώπων. Αλλά αυτού του είδους η απόρριψη θα ήταν εντελώς ανώφελη. Το γεγονός είναι ότι η ύπαρξη της εν λόγω Αδελφότητας είναι περισσότερο ενδεικτική της κατάστασης των πραγμάτων για τους Ορθόδοξους Χριστιανούς στην Αμερική γενικότερα απ’ ό,τι θα ήθελαν πολλοί πιστεύουν.

Τα στασίδια των ορθόδοξων εκκλησιών της Αμερικής είναι γεμάτα μόνο με δύο είδη ανθρώπων: μετανάστες-πρότυπα (και τους απογόνους τους), καθώς και υπερμορφωμένους πνευματικούς αναζητητές που νομίζουν ότι βρήκαν στην Χριστιανική Ανατολή κάτι που έλειπε στη Δύση. Αμφότεροι μετανάστες και πολυμαθείς προσκυνητές έχουν ένα κοινό σημείο: και οι δύο θέλουν να πιστεύουν ότι κατά κάποιον τρόπο απαλλάσσονται από τα πιο άσχημα σημεία της αμερικανικής πραγματικότητας. Γι’ αυτόν τον λόγο, όλα τα υπόλοιπα, ιδίως το που ανήκει κανείς στο πολιτικό φάσμα, είναι λιγότερο σημαντικό από τη συμμετοχή του σε μία από αυτές τις δύο κατηγορίες όταν πρόκειται για τη θεώρηση της αμερικανικής ιστορίας. Επειδή όταν πιστεύεις πως είσαι τόσο ξεχωριστός, δεν μπορείς να πείσεις τον εαυτό σου να παραδεχτεί ότι έχει συμμετάσχει στις μεγαλύτερες αμαρτίες της Αμερικής, συμπεριλαμβανομένης της δουλείας.

Καθώς δίνεται όλο και περισσότερη προσοχή στην πρώιμη ιστορία της Ορθοδοξίας στην Αμερική, (πολλές φορές επειδή όσοι πιστεύουν στις ψευδείς αφηγήσεις περί αθωότητας ερευνούν νομίζοντας ότι θα βρουν περισσότερη αθωότητα), πρέπει να λάβουμε υπόψη τους τρόπους με τους οποίους εμπλεκόμαστε στη δουλεία και σε άλλα εγκλήματα. Αν αποτύχουμε να κάνουμε κάτι τέτοιο, αν αποζητούμε μόνο μια ψεύτικη αθωότητα, γελοιοποιούμε την ίδια την έννοια της μετάνοιας και καταθέτουμε μια φτωχή μαρτυρία για την πραγματικότητα, φτωχότερη απ’ ότι μπόρεσε να προσφέρει η περίπλοκη ιστορία κατά το παρελθόν.


[1] Μια λεπτομερής ανάλυση του ζητήματος της φυλής και των διαφυλετικών σχέσεων στην προεμφυλιακή Νέα Ορλεάνη είναι εκτός του πλαισίου του παρόντος κειμένου, ωστόσο, συνιστώ τις ακόλουθες μελέτες Thompson, Shirley Elizabeth. Exiles at Home: The Struggle to Become American in Creole New Orleans. Harvard University Press, 2009 and Spear, Jennifer M. Race, Sex, and Social Order in Early New Orleans. JHU Press, 2009.

Print Friendly, PDF & Email

As you’ve reached the conclusion of the article, we have a humble request. The preparation and publication of this article were made possible, in part, by the support of our readers. Even the smallest monthly donation contributes to empowering our editorial team to produce valuable content. Your support is truly significant to us. If you appreciate our work, consider making a donation – every contribution matters. Thank you for being a vital part of our community.

To ιστολόγιο Δημόσια Ορθοδοξία (Public Orthodoxy) επιδιώκει να προωθήσει συζήτηση και συνδιάλεξη, παρέχοντας ένα φόρουμ για διαφορετικές απόψεις σε σχέση με σύγχρονα ζητήματα που αφορούν τον Ορθόδοξο Χριστιανισμό. Οι απόψεις που εκφράζονται σ’ αυτό το άρθρο είναι αποκλειστικά του συγγραφέως και δεν αντιπροσωπεύουν τις απόψεις των εκδοτών,των μεταφραστών, ή του Κέντρου Ορθοδόξων Χριστιανικών Σπουδών.

Σχετικά με τον συγγραφέα

Have something on your mind?

Thanks for reading this article! If you feel that you ready to join the discussion, we welcome high-caliber unsolicited submissions. Essays may cover any topic relevant to our credo – Bridging the Ecclesial, the Academic, and the Political. Follow the link below to check our guidlines and submit your essay.

Proceed to submission page

Αξιολογήστε αυτήν τη δημοσίευση

Σας φάνηκε ενδιαφέρον αυτό το άρθρο;

Κάντε κλικ στα αστεράκια για να το αξιολογήσετε!

Average rating 0 / 5. Vote count: 0

Γίνετε ο πρώτος/η που θα αξιολογήσει αυτό το άρθρο.

Μοιραστείτε αυτήν την δημοσίευση

Αποποίηση ευθυνών

Public Orthodoxy seeks to promote conversation by providing a forum for diverse perspectives on contemporary issues related to Orthodox Christianity. The positions expressed in the articles on this website are solely the author’s and do not necessarily represent the views of the editors or the Orthodox Christian Studies Center.

Σχετικά με το έργο

Μια Δημοσίευση του Κέντρου Ορθόδοξων Χριστιανικών Σπουδών του Πανεπιστημίου
Φόρντχαμ