Δημόσια ζωή, Θρησκεία και Πολιτική, Θρησκεία και σύγκρουση

Η Ψευδαίσθηση της Ενότητας: Οι Ιδεολογικές Αξιώσεις του Πατριάρχη Κυρίλλου προς την ΕκκλησίαΠώς και γιατί η Ρωσική Ορθόδοξη Εκκλησία αντιγράφει τον κατασταλτικό κρατικό μηχανισμό

Δημοσιεύθηκε στις: 9 Φεβρουαρίου, 2024
Σύνολο προβολών 4
Αξιολόγηση αναγνωστών:
0
(0)
Reading Time: 12 minutes
Διαθέσιμο επίσης στα: English | Русский

Έχοντας μπει πια για τα καλά στον 21ο αιώνα, παρατηρούμε μια ανησυχητική τάση άσκησης έντονων πολιτικών πιέσεων εντός της Ρωσικής Ορθόδοξης Εκκλησίας. Οι ιερείς που εκφράζουν αντίθετες απόψεις όχι μόνο σε πολιτικό, αλλά και σε πνευματικό επίπεδο, αντιμετωπίζουν απαγορεύσεις αναφορικά με την άσκηση του ιερατικού τους λειτουργήματος ή ακόμη και καθαιρέσεις, γεγονός, το οποίο σηματοδοτεί μια έντονη απόκλιση από την ευαγγελική παράδοση. Είναι, μάλιστα, ενδιαφέρον ότι η εν λόγω κατάσταση συγκρίνεται με τα πιο ήπια μέτρα που εφαρμόζονταν κατά τη σοβιετική εποχή, όταν οι αντίθετες απόψεις εντός της εκκλησίας παρέμεναν ανεκτές και ορισμένες φορές υποστηρίζονταν από ιεράρχες.  Αντίθετα, οι επίσκοποι σήμερα διστάζουν να υποστηρίξουν τους ιερείς και αντ’ αυτού τηρούν προσεκτικά τις οδηγίες της προπαγάνδας του Κρεμλίνου. Η εκκλησία φαίνεται να έχει μετατραπεί σε μια θρησκευτική επιχείρηση, μία από τις πολλές προνομιούχες εταιρείες στη Ρωσία της εποχής του Πούτιν ενώ ακριβώς αυτή η μετατροπή της εκκλησίας σε μια τέτοιου είδους οργάνωση φαίνεται να ήταν το κύριο μέλημα του Πατριάρχη Κύριλλου κατά τη διάρκεια της έως τώρα 15ετούς θητείας του στον πατριαρχικό θρόνο του Μόσχας.

Αυτό που συμβαίνει στην Ρωσική Ορθόδοξη Εκκλησία προκαλεί σύγχυση, απογοήτευση, ακόμη και οργή. Αλλά, από την άλλη πλευρά, αν ο ίδιος ο Πατριάρχης Κύριλλος δεν έχει καταδικάσει τον πόλεμο και κυριολεκτικά αναγκάζει τους ιερείς, και μαζί με αυτούς όλους τους πιστούς, να προσεύχονται όχι για την ειρήνη, όπως προστάζει το Ευαγγέλιο, αλλά «για τη νίκη της Αγίας Ρωσίας», τότε η αναπόφευκτη συνέπεια είναι η επικράτηση ενός ιδεολογικού ολοκληρωτισμού στη Ρωσική Ορθόδοξη Εκκλησία, με άμεση συνέπεια τα αντίποινα κατά των αντιφρονούντων. Ήδη από την ενθρόνιση του Κυρίλλου (Γκουντιάεφ) τον Φεβρουάριο του 2009,  ο ιδεολογικός έλεγχος επί του κλήρου στη Ρωσία ενισχυόταν όλο και περισσότερο με το πέρασμα του χρόνου. Παρόλα αυτά, κανείς δεν μπορούσε να φανταστεί ότι το εκκλησιαστικό δικαστήριο θα καταστεί το βασικό όργανο αντιποίνων εναντίον όσων κηρύττουν την ειρήνη.

Μέχρι στιγμής, ο αριθμός των διωκόμενων ιερέων στη Ρωσία, τη Λευκορωσία και τη Λιθουανία ανέρχεται σε δεκάδες, ενώ ομάδες «ορθόδοξων πατριωτών»  πιέζουν για τον αποσχηματισμό περίπου 300 ιερέων. Πρόκειται για όλους εκείνους που λίγο μετά την έναρξη του πολέμου στην Ουκρανία, υπέγραψαν δημόσια έκκληση για ειρήνη και συμφιλίωση.

Κατά την έρευνα των γεγονότων αναδύεται ένα κρίσιμο ερώτημα: Γιατί ο Πατριάρχης Κύριλλος φαίνεται να στηρίζει τις τακτικές καταστολής που εφαρμόζει η ρωσική FSB; Ο βασικός τους στόχος είναι η πολιτική αντιπολίτευση και διάφοροι ακτιβιστές. Γιατί όμως να βρίσκονται και οι ιερείς στο στόχαστρο; Αυτή η αινιγματική αντιμετώπιση χρειάζεται μια εμπεριστατωμένη ανάλυση. Η έρευνά μας ξεκινά με ένα πρόσφατο και πολυσυζητημένο περιστατικό – τον αποσχηματισμό του πρωτοπρεσβυτέρου Αλεξίου Ουμίνσκι. Η περίπτωσή του εν λόγω σεβαστού ιερατικού προϊσταμένου του Ναού της Αγίας Τριάδας στο Khokhly της Μόσχας αποτελεί ένα κομβικό σημείο για να εμβαθύνουμε στις ευρύτερες προεκτάσεις της μεταβαλλόμενης δυναμικής εντός της Ρωσικής Ορθόδοξης Εκκλησίας. Επιπλέον μέσα από την ανάλυση του εν λόγω περιστατικού σκοπεύουμε να ρίξουμε φως στην περίπλοκη αλληλεπίδραση μεταξύ θρησκευτικής εξουσίας και πολιτικής επιρροής, αποκαλύπτοντας ένα πολύπλοκο δίκτυο σχέσεων που υπερβαίνει τα όρια της Εκκλησίας.

Η σειρά των γεγονότων σχετικά με τα μέτρα καταστολής εναντίον του π. Αλεξέι έχει ως εξής: Στις 5 Ιανουαρίου του 2024, ο Πατριάρχης Κύριλλος τον έθεσε αιφνιδιαστικά σε αργία εκδιώκοντάς τον από την ενορία όπου υπηρετούσε ως εφημέριος επί τρεις ολόκληρες δεκαετίες. Ο χρόνος λήψης της παραπάνω απόφασης δεν ήταν τυχαίος, διότι έλαβε χώρα μόλις δύο ημέρες πριν την εορτή των Χριστουγέννων σύμφωνα με το παλαιό ημερολόγιο. Αυτή η στρατηγική και συνάμα ύπουλη κίνηση φάνηκε να έχει σχεδιαστεί σκοπεύοντας στον μέγιστο δυνατό αντίκτυπο: να εμποδίσει τον άξιο αυτόν ιερέα από την τέλεση της Θείας Λειτουργίας σ’ αυτή τη χαρμόσυνη εορτή.

Λίγο αργότερα, ο π. Αλέξιος κλήθηκε να εμφανιστεί άμεσα ενώπιον του επισκοπικού δικαστηρίου και η ακρόαση ορίστηκε πάραυτα. Ωστόσο, αυτό που ακολούθησε φάνηκε να παραβιάζει τις αρχές της δίκαιης δίκης – ο π. Αλέξιος δεν είχε την ευκαιρία να μελετήσει τα έγγραφα της έρευνας, αν υπήρχαν, και παρέμεινε στο σκοτάδι σχετικά με τις κατηγορίες που του απαγγέλθηκαν. Οι εν λόγω περίεργες συνθήκες έφεραν τον π. Αλέξιο σε επισφαλή θέση λόγω της περιορισμένης ενημέρωσής του για τις κατηγορίες και του ελάχιστου χρόνου προετοιμασίας της υπεράσπισής του, εφόσον η αποκάλυψη της φύσης των κατηγοριών θα ήταν δυνατή μόνο αν παρευρισκόταν προσωπικά στη δικαστική ακρόαση.

Ωστόσο, διάφορα φίλοι τον προέτρεψαν να εγκαταλείψει άμεσα τη Ρωσία, καθώς οι «ορθόδοξοι πατριώτες» κάλεσαν τις  κρατικές αρχές να εξετάσουν προσεκτικά τις δημόσιες δηλώσεις του. Υπό αυτές τις συνθήκες ήταν πλέον αναγκαίο να φύγει από τη χώρα για λόγους ασφαλείας.

Η εκκλησιαστική δίκη παρουσίαζε τα χαρακτηριστικά μιας κακοπαιγμένης παράστασης. Παρά την παραβίαση όλων των γνωστών κανόνων, το δικαστήριο επέμενε στην προσπάθεια δημιουργίας εντυπώσεων κανονικότητας. Όταν πρέπει να επιβληθεί σοβαρή ποινή, ένας ιερέας δικάζεται ερήμην μόνο αν απουσιάζει τρεις φορές από το δικαστήριο. Η στημένη φύση της διαδικασίας κατέστη εμφανής από το πρόγραμμα των συνεδριάσεων: η πρώτη ήταν προγραμματισμένη για την Πέμπτη, η επόμενη για την Παρασκευή, ενώ η τελευταία, το Σάββατο, όπου οι δικαστές ενέκριναν ομόφωνα την προσχεδιασμένη απόφαση για την καθαίρεση του π. Αλεξίου. 

Στο επίκεντρο αυτής της αυστηρής απόφασης βρίσκεται μια καταρχάς αθώα πράξη: η άρνηση του π. Αλεξίου να απαγγείλει την «Προσευχή για την Αγία Ρως», η οποία εστιάζει στην νίκη εναντίον των εχθρών. Η εν λόγω καινοφανής «προσευχή», την οποία συνέγραψε ο Πατριάρχης Κύριλλος τον Σεπτέμβριο του 2022,  είναι υποχρεωτικό να εκφωνείται σε όλες τις εκκλησίες της Μόσχας. Ωστόσο, για εκείνους τους ιερείς που θεωρούν τους Ουκρανούς ως αδελφούς και όχι ως αντιπάλους, το ιδεολογικό περιεχόμενο της «προσευχής» την καθιστά εντελώς απαράδεκτη. Οι ιερείς που αντιτάχθηκαν στην ιδεολογική συμπόρευση με ένα αφήγημα, το οποίο θεωρεί τους Ουκρανούς εχθρούς, αρνήθηκαν να την εκφωνήσουν, προκαλώντας μια σύγκρουση πεποιθήσεων εντός του εκκλησιαστικού χώρου. Αυτή η ανεπαίσθητη αντίσταση στις ιδεολογικές επιβολές ρίχνει φως σε έναν ευρύτερο αγώνα εντός του κλήρου, καθώς οι ιερείς βρίσκονται στο σταυροδρόμι μεταξύ πίστης, ιδεολογίας και ηθικών ευθυνών που συνδέονται με το λειτούργημά τους.

Εκτός από αυτό, ένα σημαντικό «επιβαρυντικό στοιχείο» ενίσχυσε περαιτέρω την κατηγορία κατά του π. Αλεξίου. Κατά τη διάρκεια μιας συνέντευξης που παραχωρήθηκε τον Νοέμβριο του 2022, ο ίδιος δήλωσε με τόλμη ότι είναι πιο φρόνιμο να προσέρχεται κανείς σε εκκλησίες όπου προσεύχονται για την ειρήνη, παρά σ’ εκείνες που εστιάζουν στη νίκη. Αν και αυτό το επιχείρημα δεν είχε αναφερθεί επισήμως στη διαδικασία, πολλοί πιστεύουν πως αυτή η ειλικρινής άποψη αποτέλεσε το καθοριστικό επιχείρημα που οδήγησε τον Πατριάρχη Κύριλλο να προχωρήσει στην πειθαρχική διαδικασία εναντίον του ιερέως. Η σύγκρουση ιδεολογιών και η έντονη αντίθεση απόψεων εντός της εκκλησιαστικής ιεραρχίας αναδεικνύουν έναν ευρύτερο αγώνα για αυτονομία και ελευθερία έκφρασης ατομικών πεποιθήσεων έναντι των εντολών εξ άνωθεν.

Η εκκωφαντική σιωπή στα εκκλησιαστικά περιβάλλοντα της Μόσχας είναι χαρακτηριστική – ουδείς εκ των επισκόπων και των δικαστών του Επισκοπικού Δικαστηρίου, ούτε καν ένας προϊστάμενος ναού της Μόσχας και, δυστυχώς, ούτε ένας φίλος του π. Αλεξίου δεν τόλμησε να εκφράσει δημόσια την υποστήριξή του. Η ενορχήστρωση των γεγονότων από τη διοίκηση της Εκκλησίας εξελίχθηκε με τέτοια ταχύτητα και αποτελεσματικότητα που αναιρούσε κάθε δυνατότητα αντίστασης.

Η εν λόγω ενορχηστρωμένη σιωπή αποκαλύπτει μια κρυφή πραγματικότητα – την προσπάθεια του Πατριάρχη και της γραφειοκρατίας της «επίσημης Εκκλησίας» να δημιουργήσουν μια διαρκή ατμόσφαιρα φόβου εντός της Ρωσικής Ορθόδοξης Εκκλησίας. Η έλλειψη δημόσιας υποστήριξης προς τον π. Αλέξιο αποκαλύπτει την ισχύ αυτού του φόβου, λειτουργώντας ως ένα αποτρεπτικό μέσο που καταπνίγει τις φωνές των επισκόπων και των ιερέων και στέλνοντας, παράλληλα, ένα σαφές μήνυμα: οποιαδήποτε απόκλιση από την επίσημη θέση του Πατριάρχη θα έχει ως αποτέλεσμα όχι μόνον εξονυχιστικό έλεγχο, αλλά  άμεση και αυστηρή τιμωρία.

Αυτή η στρατηγική για την επιβολή συμμόρφωσης αποκαλύπτει τις βαθιές προκλήσεις που αντιμετωπίζουν τα μέλη της εκκλησιαστικής ιεραρχίας. Ουσιαστικά, είναι εγκλωβισμένοι σε έναν λαβύρινθο όπου η διαφωνία επιφέρει υπερβολικά υψηλό κόστος, ενώ οι επιπτώσεις είναι τόσο άμεσες και σοβαρές, με αποτέλεσμα να λειτουργούν ως μια ανατριχιαστική υπενθύμιση του υψηλού κινδύνου που συνεπάγεται η αμφισβήτηση της καθιερωμένης τάξης πραγμάτων τα τελευταία χρόνια.

Παρόλα αυτά, η ισχυρή φωνή της ενοριακής κοινότητας, η οποία στέκεται ακλόνητα στο πλευρό του ποιμένα της και τον υποστηρίζει ανενδοίαστα, διέρρηξε την απόλυτη σιωπή. Η αναμφισβήτητη απόδειξη της εν λόγω υποστήριξης εκδηλώθηκε με αίτημα προς τον Πατριάρχη, ζητώντας την επαναφορά του π. Αλεξίου στην ιεροσύνη. Μέσα σε λίγες ημέρες, αυτή η θερμή έκκληση συγκέντρωσε τον εντυπωσιακό αριθμό των 20.000 υπογραφών, επισημαίνοντας τους δεσμούς αλληλεγγύης εντός της ενορίας, καθώς και τους πολυάριθμους φίλους του. Η πράξη αυτή της κοινοτικής υποστήριξης αντήχησε στα ρωσικά και παγκόσμια μέσα ενημέρωσης, με εκατοντάδες δημοσιεύσεις να εκφράζουν την ανησυχία τους για τον π. Αλέξιο.

Οι πιστοί στη Ρωσική Εκκλησία, ωστόσο, γνωρίζουν πολύ καλά ότι η εν λόγω επίδειξη ενότητας, όσο ισχυρή κι αν είναι, μπορεί να αποδειχθεί ανώφελη και να παραμείνει φωνή βοώντος εν τη ερήμω. Ο Πατριάρχης και η διοίκησή του, φαινομενικά αδιαπέραστοι από τις εξωτερικές πιέσεις, μπορεί να επιλέξουν να απορρίψουν τη συλλογική έκκληση και την ευρεία κάλυψη που έχει λάβει από τα μέσα ενημέρωσης, θεωρώντας την ασήμαντη. Η σύγκρουση μεταξύ της λαϊκής υποστήριξης προς τον π. Αλεξίου και του ιεραρχικού κατεστημένου αποτελεί το επίκεντρο της έντασης στο εσωτερικό της Εκκλησίας, όπου η θερμή υποστήριξη των πιστών έρχεται αντιμέτωπη με τις προσχεδιασμένες αποφάσεις της εκκλησιαστικής εξουσίας.

Τα πρόσφατα κατασταλτικά μέτρα του 2024 υπενθυμίζουν ανατριχιαστικά τα γεγονότα στα μέσα της δεκαετίας του 1960,  τότε που οι ιερείς Nikolai Eshliman και Gleb Yakunin βρέθηκαν σε παρόμοια δεινή θέση. Κατά τη διάρκεια εκείνης της ταραχώδους περιόδου, η Ρωσική Ορθόδοξη Εκκλησία βρισκόταν υπό τον άμεσο ιδεολογικό έλεγχο ενός επισήμως αθεϊστικού κράτους. Τον Νοέμβριο του 1965, οι Eshliman και Yakunin τόλμησαν να απευθύνουν μια ανοιχτή επιστολή προς τον Πατριάρχη Αλέξιο Α΄ (Simansky), περιγράφοντας με γλαφυρό τρόπο τη γενικευμένη καταστολή ελευθερίας της έκφρασης στην ΕΣΣΔ και την ανησυχητική σιωπή της ιεραρχίας.

Η εν λόγω επιστολή θεωρήθηκε πράξη ανυπακοής και έγινε γνωστή πέραν των εκκλησιαστικών κύκλων, καθώς τον Δεκέμβριο του 1965, έφτασε στα υψηλότερα κλιμάκια της σοβιετικής εξουσίας. Απευθυνόμενη στον Nikolai Podgorny, Πρόεδρο του Ανώτατου Σοβιέτ της ΕΣΣΔ, τον Alexei Kosygin, Πρόεδρο του Συμβουλίου Υπουργών της ΕΣΣΔ, και τον Roman Rudenko, Γενικό Εισαγγελέα της ΕΣΣΔ, η επιστολή λειτούργησε ως μια έντονη διαμαρτυρία των αντιφρονούντων εντός της Εκκλησίας κατά την μεταπολεμική περίοδο.

Σε αντίθεση με τον Πατριάρχη Κύριλλο, ο Πατριάρχης Αλέξιος Α΄ εξέτασε πιο συνετά το ζήτημα, αποφεύγοντας τις βιαστικές ενέργειες και τις πρόωρες κρίσεις. Τελικά, διεξήχθη μια επιμελής δικαστική διαδικασία, η οποία εξέτασε την σχετική υπόθεση και εξέδωσε την εξής ιδιαίτερα αυστηρή απόφαση τον Μάιο του 1966:

«Κρίνω απαραίτητο να τους απαλλάξω από τις θέσεις τους, θέτοντάς τους σε αργία, μέχρι να μετανοήσουν πλήρως και τους προειδοποιώ ότι εάν συνεχίσουν τις ανίερες δραστηριότητές τους θα κριθεί απαραίτητο να καταφύγω σε αυστηρότερα μέτρα εναντίων τους, σύμφωνα με τις διατάξεις των κανόνων της Εκκλησίας.»

Κατά τα τέλη Μαΐου, οι ιερείς που τέθηκαν σε αργία απευθύνθηκαν στην Ιερά Σύνοδο και ο Πατριάρχης αντέδρασε καλώντας τους επισκόπους να εκφράσουν την γνώμη τους για την εν λόγω προσφυγή. Πρόκειται για ένα εξαιρετικό παράδειγμα συλλογικής συνείδησης ή, αν θέλετε, δημοκρατικών παραδόσεων στη Ρωσική Ορθόδοξη Εκκλησία  την περίοδο του σοβιετικού καθεστώτος! Τότε, ο Αρχιεπίσκοπος Πένζας Θεοδόσιος (Πογκόρσκι), δεν δίστασε να απευθυνθεί στον Πατριάρχη «με την αξιοσέβαστη έκκληση για τη συγχώρεση των ιερέων που τέθηκαν σε αργία.» Φυσικά,  δεν συνέβη κάτι τέτοιο,  ωστόσο, η εν λόγω απόπειρα είναι σημαντική, διότι σήμερα ένας επίσκοπος που θα τολμούσε να διαφωνήσει με τον Πατριάρχη θα χαρακτηριζόταν παράφρονας και θα τιμωρείτο άμεσα.

Εν τέλει, στις 8 Οκτωβρίου 1966, η Σύνοδος έθεσε σε αργία τον Yakunin και τον Eshliman απαγορεύοντάς την άσκηση των ιερατικών τους καθηκόντων «μέχρι να μετανοήσουν». Ο Nikolai Eshliman απεβίωσε περίπου 20 χρόνια αργότερα, το 1985, χωρίς να αποκατασταθεί στην ιερατική διακονία. Εν πάση περιπτώσει, ο δεύτερος γάμος του κατέστησε κανονικά αδύνατη τη συνέχιση της διακονίας του. Ο Gleb Yakunin απεβίωσε το 2014, ενώ στα τέλη της δεκαετίας του 1980 αποκαταστάθηκε ως ιερέας. Παρόλα αυτά, λίγα χρόνια αργότερα τέθηκε εκ νέου σε αργία, καθαιρέθηκε, και μάλιστα αφορίστηκε για τις πολιτικές του δραστηριότητες, κυρίως για όσες είχαν σχέση με την υπεράσπιση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων.

Το ανωτέρω περιστατικό αποκαλύπτει ότι ακόμη και κατά τη σοβιετική περίοδο, όταν η οποιαδήποτε έκφραση διαφωνίας θεωρείτο πράξη εναντίον του κράτους και η Ρωσική Ορθόδοξη Εκκλησία βρισκόταν υπό την αυστηρή επίβλεψη του Συμβουλίου Θρησκευτικών Υποθέσεων και της KGB, οι ενέργειες της Εκκλησίας για την αντιμετώπιση τέτοιων ζητημάτων ήταν πολύ πιο μετριοπαθείς. Επιπλέον, οι αντιφρονούντες εντός της Εκκλησίας απολάμβαναν, έστω σε κάποιο βαθμό,  την υποστήριξη και τη συμπάθεια μελών της ιεραρχίας. 

Με βάση τα παραπάνω, η πρακτική του σημερινού Πατριάρχη να διαπομπεύει έναν ιερέα επειδή αρνείται να απαγγείλει μια προσευχή, η οποία προπαγανδίζει τη μυθολογία της Αγίας Ρωσίας, καθώς και μια συγκεκριμένη ιδεολογική στάση, δεν είναι απλώς υπερβολική, αλλά ξεπερνά την αυστηρότητα της σοβιετικής περιόδου.

Το πιο κρίσιμο και οδυνηρό ερώτημα που προκύπτει σε αυτήν την περίπτωση είναι το εξής: αν ο αυταρχικός τρόπος διοίκησης του Πατριάρχη Κυρίλλου και οι πολυάριθμες κατηγορίες εναντίον του για εγκλήματα κατά της Εκκλησίας είναι τόσο εμφανείς, και αν είναι εξίσου προφανές ότι η αντίσταση ενάντια στον Πατριάρχη είναι ανέφικτη υπό τις παρούσες συνθήκες, καθώς τα υπόλοιπα όργανα της εκκλησιαστικής διοίκησης είτε έχουν αναιρεθεί είτε εκτελούν αψήφιστα τη θέληση του Πατριάρχη, αξίζει άραγε να παραμείνει κανείς σε μια τέτοια Εκκλησία; Φυσικά, εδώ αναφερόμαστε στη θεσμική Εκκλησία, στην θεώρηση της Εκκλησίας ως οργανισμού.

Πράγματι, το πιο εύστοχο και συνάμα ενοχλητικό ερώτημα είναι το εξής: δικαιολογείται να παραμένει κανείς μέλος μιας τέτοιας Εκκλησίας; Πρόκειται για μια απορία που απασχολεί όσους Ρώσους αναζητούν την αλήθεια.

Όσοι εγκαταλείπουν τη Ρωσική Ομοσπονδία μπορούν εύκολα να επιλέξουν άλλες ορθόδοξες δικαιοδοσίες. Εκεί, οι ενορίες απολαμβάνουν πολύ μεγαλύτερη αυτονομία, αλλά προκύπτουν ζητήματα όταν οι Ρώσοι πιστοί επιχειρούν να ενσωματωθούν σε ένα διαφορετικό εκκλησιαστικό περιβάλλον. Οι δυσκολίες δεν αφορούν μόνο πολιτισμικές διαφορές, αλλά και την προσαρμογή τους, για παράδειγμα, σε μια νέα λειτουργική γλώσσα, όπως τα αγγλικά, τα γαλλικά, τα ελληνικά, τα σέρβικα ή τα ολλανδικά. Αναμφίβολα, το να προσεύχεσαι σε μια ξένη γλώσσα είναι ιδιαίτερα δύσκολο.

Στη Ρωσία δεν υπάρχει διέξοδος. Η πιο συνηθισμένη μορφή διαμαρτυρίας είναι η αποχώρηση από την Εκκλησία, η άρνηση ενασχόλησης με την ενοριακή ζωή της Ρωσικής Ορθόδοξης Εκκλησίας ή η προσέλευση στις ακολουθίες χωρίς ουσιαστική συμμετοχή. Για όσους, ωστόσο, έχουν συνηθίσει να είναι ενεργοί πιστοί, μια τέτοια απόφαση είναι οδυνηρή.

Μια εναλλακτική λύση είναι η αναζήτηση ενορίας όπου η συνάντηση με ομοϊδεάτες και, το σημαντικότερο, με ανθρώπους συγγενικού πνεύματος είναι ακόμα δυνατή. Η εναλλακτική αυτή λύση, όμως, είναι εφικτή μόνο στις μεγάλες πόλεις. Οι υπόλοιποι πρέπει να συμβιβαστούν με τις διαδικτυακές κοινότητες ή να αποφασίσουν να απέχουν από την εκκλησιαστική ζωή. Το γεγονός ότι τέτοιες περιπτώσεις δεν είναι μεμονωμένες αποδεικνύεται από τη στάση του πρωτοπρεσβυτέρου Αντρέι Κορντότσκιν, ο οποίος προσχώρησε από την Ρωσική Ορθόδοξη Εκκλησία στο Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως το 2023 και επισημαίνει τη σημασία της ομοφωνίας, ενώ προτρέπει ότι πρέπει να επανεξεταστεί η πρακτική της συμμετοχής στη Θεία Λειτουργία, αρνούμενος να την αντιληφθεί ως πράξη ατομικής ευσέβειας (βλ. Γράμμα στη Ρωσία: Είναι σημαντικό να βρούμε ομονοούντες). Ο ίδιος αναφέρει χαρακτηριστικά: «Η Λειτουργία αποτελεί το Μυστήριο της ενότητας. Στη Θεία Λειτουργία του Αγίου Βασιλείου του Μεγάλου προσευχόμαστε με τα εξής λόγια: ‘ἡμᾶς δὲ πάντας, τοὺς ἐκ τοῦ ἑνὸς Ἄρτου καὶ τοῦ Ποτηρίου μετέχοντας, ἐνώσαις ἀλλήλοις εἰς ἑνὸς Πνεύματος Ἁγίου κοινωνίαν’. Είστε ευτυχείς να ενώνεστε με ανθρώπους που ομολογούν τη λατρεία Ζ; Ο καθένας μπορεί να πάρει τη δική του απόφαση, αλλά αν η απάντηση σε αυτά τα ερωτήματα είναι αρνητική, είστε ελεύθεροι να απέχετε από τη συμμετοχή σας σε λειτουργίες σε ενορίες-Ζ.» 

Συμπερασματικά, φαίνεται ότι το νέο κύμα εκκοσμίκευσης δεν οφείλεται σε εξωτερικές αιτίες, αλλά στην ίδια την «επίσημη εκκλησία», η οποία για πολλούς Ορθόδοξους Χριστιανούς έχει πάψει να εκφράζει τα ιδεώδη του Χριστιανισμού.

* * *

Η εικόνα της Εκκλησίας, τουλάχιστον της Ρωσικής Ορθόδοξης Εκκλησίας, στη συνείδηση του σύγχρονου ανθρώπου είναι σαφώς αντιφατική. Από τη μία πλευρά, η Εκκλησία φαίνεται να λειτουργεί ως ένας οργανισμός με δικά του πολιτικά και οικονομικά συμφέροντα, οργανωμένος με έναν αυστηρό, στρατιωτικό τρόπο. Από την άλλη πλευρά, εάν δούμε τα πράγματα μέσα από το πρίσμα ενός απλού ανθρώπου, η Εκκλησία φαίνεται να αποτελεί μια ομοσπονδία κοινοτήτων, όπου το πιο σημαντικό δεν είναι η ιεραρχία και τα συμφέροντα, αλλά οι στενοί δεσμοί φιλίας, στοργής, κοινότητας και αλληλεγγύης.

Μερικές φορές, δημιουργείται η εντύπωση ότι υπάρχουν δύο διαφορετικές Εκκλησίες – κάποιος μπορεί να ανήκει σε μία από αυτές και να αποφεύγει κάθε σχέση με την άλλη, ή τουλάχιστον να την αντιμετωπίζει με αποστροφή. Δυστυχώς, αυτή η ψευδαίσθηση καταρρέει όταν η κατασταλτική μηχανή της εκκλησιαστικής οργάνωσης αρχίζει να λειτουργεί με πλήρη ισχύ, διασύροντας τους ιερείς και διαλύοντας τις κοινότητες, ενώ παράλληλα απολαμβάνει πλήρη ατιμωρησία.

Δεν είναι τυχαίο ότι ανέφερα τον στρατιωτικό χαρακτήρα του εκκλησιαστικού οργανισμού. Αυτό είναι το κλειδί για την κατανόηση του ορθολογισμού των ενεργειών των εκκλησιαστικών αρχών στη Ρωσία – του Πατριάρχη, των επισκόπων και των δομών που υπάγονται σε αυτούς: τα επισκοπικά γραφεία και τα εκκλησιαστικά δικαστήρια μέχρι την πλειοψηφία των προϊσταμένων των εκκλησιών και ακόμη και των διακόνων. Ωστόσο, αυτός ο στρατιωτικός χαρακτήρας είναι πολύ ιδιόρρυθμος – η Εκκλησία είναι σαν στρατός με τους αξιωματικούς του: υπάρχουν στρατηγοί (επίσκοποι), ανώτεροι και κατώτεροι αξιωματικοί (ιερείς και διάκονοι), αλλά ουσιαστικά δεν υπάρχουν στρατιώτες και λοχίες που να λαμβάνουν εντολές (ο ρόλος αυτός ανατίθεται στους λαϊκούς).

Αυτό σημαίνει ότι η εξουσία των στρατηγών εκτείνεται σε όλους τους αξιωματικούς, αλλά μόνο σε ένα μικρό τμήμα των στρατιωτών, δηλαδή σε εκείνους τους λαϊκούς που εργάζονται σε μια ενορία, σε ένα μοναστήρι ή σε κάποιο εκκλησιαστικό ίδρυμα. Προφανώς, σε μια ενορία, αυτοί αποτελούν μειοψηφία. Οι ενορίτες, οι οποίοι δεν δεσμεύονται από εργασιακές συμβάσεις, έχουν σχεδόν πλήρη ελευθερία και, παραδόξως, οι εκκλησιαστικές αρχές αναγνωρίζουν αυτό το status quo. Αν κοιτάξουμε τις στατιστικές των εκκλησιαστικών δικαστηρίων, δεν υφίστανται σχεδόν καθόλου υποθέσεις εναντίον λαϊκών – μόνο εναντίον ιερέων. Και επίσης, αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο τα ενοριακά συμβούλια στη Ρωσική Ορθόδοξη Εκκλησία είναι απολύτως ανίσχυρα. Οι διοικητικές μεταρρυθμίσεις μετέθεσαν όλη την εξουσία στον ιερατικό προϊστάμενο.

Πώς είναι δυνατόν αυτό; Το ζήτημα είναι ότι η εκκλησιαστική εξουσία έχει δύο πλευρές – την πνευματική και τη διοικητική. Ιδανικά, θα έπρεπε να βρίσκονται σε αρμονία. Η πνευματική πλευρά συνδέεται με τη διδασκαλία και τη χαρισματική εξουσία, ενώ η διοικητική αφορά κυρίως τα καθήκοντα διαχείρισης τόσο των πιστών όσο και της περιουσίας. Στη Ρωσική Ορθόδοξη Εκκλησία υπό τον Πατριάρχη Κύριλλο, έχει αναπτυχθεί μια θλιβερή κατάσταση ως αποτέλεσμα της προσεκτικής επιλογής των υποψηφίων επισκόπων τα τελευταία 15 χρόνια από τον ίδιο τον Πατριάρχη. Ουσιαστικά, δεν υπάρχουν επίσκοποι με επαρκή θεολογική εκπαίδευση ή επίσκοποι που να διαθέτουν χαρισματική εξουσία. Ο ίδιος ο Πατριάρχης Κύριλλος είχε κάποτε χαρισματικό κύρος και μεγάλη αξιοπιστία στα πρώτα χρόνια της πατριαρχίας του, αλλά τα τελευταία χρόνια όλα αυτά έχουν καταρρεύσει με θεαματικό τρόπο. Τι έχει απομείνει; – Μια διοικητική εξουσία που γίνεται όλο και πιο άκαμπτη, μισαλλόδοξη σε κάθε μορφή διαφωνίας και, κατά συνέπεια, όλο και πιο αδίστακτη.

Η αντίδραση στην παραπάνω κατάσταση εκφράζεται με απογοήτευση εκ μέρους της εκκλησιαστικής ιεραρχίας, η εξουσία της οποίας καθ’ όλη τη διάρκεια των μετασοβιετικών δεκαετιών ήταν σχεδόν ισάξια με εκείνη της Εκκλησίας. Αυτή η μάλλον ρομαντική στάση απέναντι στην Εκκλησία έχει αντικατασταθεί από μια πιο νηφάλια και ορθολογική, αλλά η διοίκηση της Εκκλησίας δεν θέλει να αναγνωρίσει τη νέα πραγματικότητα. Επιθυμώντας να διατηρήσει την εξουσία της, στρέφεται προς το κράτος για βοήθεια και στην πραγματικότητα συγχωνεύεται με αυτό, προκειμένου να χρησιμοποιήσει την εξουσία του ή, ακριβέστερα, τον φόβο των πολιτών γι’ αυτήν, ούτως ώστε να διατηρήσει την ψευδαίσθηση ότι αποτελεί πνευματικό ηγέτη του έθνους. Από τη μία πλευρά, αυτό ενισχύει τη διοικητική εξουσία των επισκόπων, αλλά από την άλλη, δεν λύνει καθόλου το πρόβλημα της απογοήτευσης του ποιμνίου, ενώ αντιθέτως, το επιδεινώνει.

Στον κόσμο της Νεωτερικότητας, η διοικητική εξουσία των θρησκευτικών οργανισμών είναι μάλλον αβέβαιη, διότι υφίστανται πάρα πολλοί διαφορετικοί τρόποι ζωής για να διαλέξει κάποιος και κοινότητες για να ενταχθεί. Η Ορθόδοξη Εκκλησία είναι απλώς μία από αυτές, στην οποία κάποιος μπορεί να επιλέξει να ανήκει ή όχι. Η απαίτηση για ιδεολογική ενοποίηση, την οποία ο Πατριάρχης Κύριλλος έχει επιβάλει στην Εκκλησία, δημιουργεί μόνο την ψευδαίσθηση της ενότητας. Στην πραγματικότητα, ο Πατριάρχης απαιτεί κάτι το αδύνατο από την Εκκλησία και, βλέποντας πώς αυτή αντιστέκεται, δεν διστάζει πλέον να χρησιμοποιήσει οποιοδήποτε μέσο για να καταστείλει τις αυξανόμενες αντιδράσεις.

Εδώ χρειάζεται μια σημαντική διευκρίνιση: φυσικά, δεν είναι η εκκλησιαστική ιεραρχία που αντιστέκεται στον Πατριάρχη (έχει εκπαιδευτεί με κατάλληλο τρόπο και είναι έτοιμη να δράσει από κοινού μαζί του), αλλά η άλλη πλευρά της Εκκλησίας – αυτή που συγκεντρώνεται γύρω από τίμιους και πνευματικά άξιους ιερείς, που δεν έχει περίπλοκες θεσμικές δομές, δεν απαιτεί χρήματα για τη συντήρησή της, και δεν επιδιώκει συμμαχία με το κράτος. Αντιθέτως, θεωρεί μια τέτοια συμμαχία ως απειλή για την ύπαρξή της.

Η τύχη του τωρινού εκκλησιαστικού οργανισμού είναι στενά συνδεδεμένη με το κράτος, γι’ αυτό και δεν πρόκειται να επιβιώσει· θα καταρρεύσει μαζί με τους άλλους θεσμούς της εποχής Πούτιν, όταν αρχίσουν οι πολιτικές αλλαγές στη Ρωσία. Η άλλη Εκκλησία ίσως επιβιώσει, αλλά το ερώτημα είναι αν θα επαναλάβει το ίδιο λάθος και συγκροτήσει έναν νέο «ενάρετο» οργανισμό με παρόμοια «ενάρετη» ιεραρχία.

Αν απελευθερωθούμε από τις αυταπάτες, καθίσταται φανερό ότι η έννοια ενός πραγματικά ενάρετου εκκλησιαστικού οργανισμού είναι ανέφικτη. Η προνοητική πρόταση του Στανισλάβ Μπελκόφσκι, η οποία διατυπώθηκε πριν από μια δεκαετία, υποστηρίζοντας τη μεταρρύθμιση της Ρωσικής Ορθόδοξης Εκκλησίας και την επανασύστασή της ως μιας ομοσπονδίας ορθόδοξων κοινοτήτων, μια ιδέα που παλαιότερα θεωρείτο απίθανη, τώρα φαίνεται πιο εφικτή. Καθώς η Εκκλησία οραματίζεται το μέλλον της, η ιδέα της συγκρότησής της ως ένα αποκεντρωμένο δίκτυο κοινοτήτων κερδίζει έδαφος, αμφισβητώντας τις συμβατικές ιεραρχικές δομές που καθόρισαν το παρελθόν της.

Print Friendly, PDF & Email

As you’ve reached the conclusion of the article, we have a humble request. The preparation and publication of this article were made possible, in part, by the support of our readers. Even the smallest monthly donation contributes to empowering our editorial team to produce valuable content. Your support is truly significant to us. If you appreciate our work, consider making a donation – every contribution matters. Thank you for being a vital part of our community.

To ιστολόγιο Δημόσια Ορθοδοξία (Public Orthodoxy) επιδιώκει να προωθήσει συζήτηση και συνδιάλεξη, παρέχοντας ένα φόρουμ για διαφορετικές απόψεις σε σχέση με σύγχρονα ζητήματα που αφορούν τον Ορθόδοξο Χριστιανισμό. Οι απόψεις που εκφράζονται σ’ αυτό το άρθρο είναι αποκλειστικά του συγγραφέως και δεν αντιπροσωπεύουν τις απόψεις των εκδοτών,των μεταφραστών, ή του Κέντρου Ορθοδόξων Χριστιανικών Σπουδών.

Σχετικά με τον συγγραφέα

Have something on your mind?

Thanks for reading this article! If you feel that you ready to join the discussion, we welcome high-caliber unsolicited submissions. Essays may cover any topic relevant to our credo – Bridging the Ecclesial, the Academic, and the Political. Follow the link below to check our guidlines and submit your essay.

Proceed to submission page

Αξιολογήστε αυτήν τη δημοσίευση

Σας φάνηκε ενδιαφέρον αυτό το άρθρο;

Κάντε κλικ στα αστεράκια για να το αξιολογήσετε!

Average rating 0 / 5. Vote count: 0

Γίνετε ο πρώτος/η που θα αξιολογήσει αυτό το άρθρο.

Μοιραστείτε αυτήν την δημοσίευση

Αποποίηση ευθυνών

Public Orthodoxy seeks to promote conversation by providing a forum for diverse perspectives on contemporary issues related to Orthodox Christianity. The positions expressed in the articles on this website are solely the author’s and do not necessarily represent the views of the editors or the Orthodox Christian Studies Center.

Σχετικά με το έργο

Μια Δημοσίευση του Κέντρου Ορθόδοξων Χριστιανικών Σπουδών του Πανεπιστημίου
Φόρντχαμ